Μυτιλήνη: Όταν μια φανέλα γίνεται αφορμή για βία, έχουμε χάσει το παιχνίδι ως κοινωνία


Γεώργιος Στεφάνου
Διευθυντής LesvosPost

Επτά συλλήψεις για επίθεση σε 25χρονο με οπαδικά κίνητρα. Και ένα ερώτημα που δεν μπορεί να μείνει αναπάντητο: Πότε θα σταματήσουμε να θεωρούμε φυσιολογικό να κινδυνεύει κάποιος επειδή υποστηρίζει διαφορετική ομάδα;

Ένα ακόμη περιστατικό βίας έρχεται να υπενθυμίσει ότι η οπαδική αντιπαράθεση μπορεί να ξεπεράσει κάθε όριο, μετατρέποντας μια αθλητική προτίμηση σε αφορμή για εκφοβισμό, ξυλοδαρμό και εξευτελισμό.

Αυτή τη φορά, το περιστατικό σημειώθηκε στη Μυτιλήνη.

Σύμφωνα με την Αστυνομία, επτά ημεδαποί, ηλικίας από 18 έως 35 ετών, συνελήφθησαν για επίθεση σε βάρος 25χρονου, τον οποίο φέρονται να προσέγγισαν ενώ κινούνταν πεζός σε δημοτική οδό της πόλης, λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 13ης Οκτωβρίου.

Όπως αναφέρεται στην αστυνομική ανακοίνωση, δύο από τους συλληφθέντες, με τη συνδρομή των υπολοίπων, φέρονται να άσκησαν σωματική βία σε βάρος του νεαρού και να τον εξύβρισαν, ενώ επιχείρησαν να του αφαιρέσουν την μπλούζα που έφερε διακριτικά αθλητικού συλλόγου.

Οι κατηγορίες αφορούν, μεταξύ άλλων, παραβάσεις της νομοθεσίας για αδικήματα με αθλητικό υπόβαθρο, καθώς και σωματική βλάβη και εξύβριση, κατά περίπτωση. Η υπόθεση βρίσκεται στη διαδικασία της δικαστικής διερεύνησης και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι την απόδειξη της ενοχής τους.

Όμως, πέρα από τις συλλήψεις και τη δικαστική εξέλιξη της υπόθεσης, υπάρχει μια ευρύτερη διάσταση που δεν πρέπει να προσπεράσουμε.

Μια φανέλα δεν είναι λόγος για να φοβάσαι να κυκλοφορήσεις

Πότε φτάσαμε στο σημείο να θεωρείται από κάποιους αποδεκτό να επιτίθενται σε έναν άνθρωπο επειδή φοράει τη φανέλα μιας ομάδας;

Πότε η υποστήριξη ενός αθλητικού συλλόγου έγινε, στα μάτια ορισμένων, λόγος για να στοχοποιείται κάποιος στον δρόμο;

Και κυρίως, πώς είναι δυνατόν να πιστεύει κάποιος ότι αποδεικνύει την αγάπη του για την ομάδα του χτυπώντας έναν άνθρωπο που υποστηρίζει μια άλλη;

Η απάντηση είναι απλή, όσο κι αν ενοχλεί: Όταν η οπαδική ταυτότητα μετατρέπεται σε άλλοθι για τη βία, ο αθλητισμός έχει ήδη χάσει τον πραγματικό του σκοπό.

Η ομάδα δεν είναι άδεια για να επιβάλλεις τον νόμο του ισχυρότερου. Η φανέλα δεν είναι πρόκληση που δικαιολογεί επίθεση. Και η διαφορετική προτίμηση δεν αποτελεί απειλή που πρέπει να εξαλειφθεί.

Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να αποφασίζει ποιος μπορεί να κυκλοφορεί ελεύθερα στους δρόμους της πόλης του, με βάση τα χρώματα που φοράει.

Η οπαδική βία δεν είναι μαγκιά

Για χρόνια, η κοινωνία παρακολουθεί περιστατικά οπαδικής βίας σε διάφορες περιοχές της χώρας. Κάθε φορά ακολουθούν καταδίκες, ανακοινώσεις, συζητήσεις και υποσχέσεις ότι το φαινόμενο πρέπει να αντιμετωπιστεί.

Κι όμως, τα περιστατικά εξακολουθούν να μας απασχολούν.

Το πρόβλημα δεν είναι απλώς ποια ομάδα υποστηρίζει ο καθένας. Είναι η αντίληψη ότι η βία αποτελεί απόδειξη δύναμης, ότι η οργανωμένη επιθετικότητα προσφέρει κύρος και ότι η συμμετοχή σε μια ομάδα μπορεί να λειτουργήσει ως κάλυψη για πράξεις που κανείς δεν θα τολμούσε να αναλάβει μόνος του.

Αυτή η νοοτροπία δεν έχει καμία σχέση με τον αθλητισμό.

Δεν είναι μαγκιά να επιτίθεσαι σε έναν άνθρωπο που περπατά στον δρόμο. Δεν είναι ανδρεία να υπερέχεις αριθμητικά απέναντι σε κάποιον. Και δεν είναι οπαδισμός να επιχειρείς να αφαιρέσεις από κάποιον τη φανέλα του με τη βία.

Είναι συμπεριφορές που πρέπει να αντιμετωπίζονται με τη σοβαρότητα που τους αναλογεί, χωρίς συμψηφισμούς και χωρίς προσπάθεια δικαιολόγησης στο όνομα της ομάδας.

Και η Μυτιλήνη δεν αποτελεί εξαίρεση

Η Λέσβος δεν βρίσκεται έξω από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η υπόλοιπη ελληνική κοινωνία. Το γεγονός ότι μια πόλη είναι μικρότερη από τα μεγάλα αστικά κέντρα δεν σημαίνει ότι τέτοια περιστατικά πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ασήμαντα ή ως κάτι που απλώς συνέβη ένα βράδυ.

Αντίθετα, κάθε περιστατικό βίας στον δημόσιο χώρο πρέπει να μας προβληματίζει.

Γιατί το ζητούμενο δεν είναι μόνο να γίνουν συλλήψεις όταν σημειώνεται μια επίθεση. Είναι να γίνει σαφές ότι κανείς δεν έχει το δικαίωμα να τρομοκρατεί τους συμπολίτες του και να μετατρέπει τους δρόμους της πόλης σε χώρο επίδειξης δύναμης.

Η Αστυνομία έχει τον ρόλο της στην εξιχνίαση των περιστατικών και η Δικαιοσύνη θα κρίνει τις ευθύνες όσων εμπλέκονται. Όμως η αντιμετώπιση της οπαδικής βίας δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στην καταστολή.

Χρειάζεται πρόληψη, ουσιαστική διαπαιδαγώγηση, υπεύθυνη στάση από τις αθλητικές κοινότητες και ξεκάθαρη απομόνωση κάθε συμπεριφοράς που επιχειρεί να παρουσιάσει τη βία ως αποδεκτή έκφραση οπαδικής ταυτότητας.

Χρειάζεται, επίσης, να πάψουμε να αντιμετωπίζουμε τέτοια περιστατικά ως κάτι αναμενόμενο, σαν να αποτελούν αναπόφευκτη συνέπεια του ποδοσφαίρου ή της αντιπαλότητας μεταξύ φιλάθλων.

Δεν αποτελούν.

Το πραγματικό ερώτημα

Δεν έχει σημασία ποια ομάδα υποστηρίζει το θύμα. Δεν έχει σημασία ποια ομάδα υποστηρίζουν οι κατηγορούμενοι. Δεν έχει σημασία ποια χρώματα κυριαρχούν στις εξέδρες ή ποιος πανηγύρισε περισσότερο την τελευταία νίκη.

Σημασία έχει ότι ένας άνθρωπος φέρεται να δέχθηκε επίθεση στον δρόμο και ότι η υπόθεση διερευνάται από τις αρμόδιες Αρχές.

Αν αύριο το θύμα φορούσε τη φανέλα μιας ομάδας που υποστηρίζουμε εμείς, θα αντιδρούσαμε διαφορετικά; Αν το περιστατικό αφορούσε κάποιον δικό μας άνθρωπο, θα αναζητούσαμε δικαιολογίες ή θα απαιτούσαμε να αποδοθούν ευθύνες;

Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα δείχνει και το μέτρο της δικής μας ευθύνης ως κοινωνίας.

Ο αθλητισμός είναι πάθος, ένταση, χαρά και απογοήτευση. Είναι η δυνατότητα να διαφωνείς, να πανηγυρίζεις, να στενοχωριέσαι και την επόμενη ημέρα να συνεχίζεις τη ζωή σου.

Δεν είναι φόβος. Δεν είναι εκφοβισμός. Δεν είναι ξυλοδαρμοί στον δρόμο.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, κανένα σήμα στο στήθος δεν αξίζει περισσότερο από τον άνθρωπο που το φοράει. Και καμία ομάδα δεν γίνεται μεγαλύτερη επειδή κάποιος επιτέθηκε σε έναν αντίπαλό της.

Αν δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε ούτε σε αυτό, τότε το πρόβλημα δεν βρίσκεται στις εξέδρες. Βρίσκεται πολύ βαθύτερα.