Με τι όπλα πολέμησαν στη Λέσβο το 1912; Τα ελληνικά Μάνλιχερ, τα οθωμανικά Μάουζερ και τα πυροβόλα της απελευθέρωσης
Από τα επαναληπτικά τυφέκια Mannlicher-Schönauer και τα πολυβόλα μέχρι τα ορειβατικά πυροβόλα Krupp και τα βαριά κανόνια του θωρηκτού «Αβέρωφ». Η έρευνα του LesvosPost φωτίζει τον στρατιωτικό εξοπλισμό των δύο πλευρών κατά την απελευθέρωση της Λέσβου το 1912, τα όπλα που χρησιμοποιήθηκαν στις επιχειρήσεις και την παράδοση του οθωμανικού οπλισμού στον Κλαπάδο.
Πώς ήταν ένας στρατιώτης που πολέμησε στη Λέσβο το 1912; Τι κρατούσε στα χέρια του; Με ποια όπλα αντιμετώπισαν οι ελληνικές δυνάμεις τον οθωμανικό στρατό και ποια ήταν η δύναμη πυρός των πολεμικών πλοίων που έφτασαν στη Μυτιλήνη;
Πίσω από τις φωτογραφίες της απελευθέρωσης, τις ιστορικές αφηγήσεις και τις επετειακές εκδηλώσεις υπάρχει και μια λιγότερο γνωστή πλευρά της ιστορίας: ο οπλισμός των στρατευμάτων που συμμετείχαν στις επιχειρήσεις του 1912.
Η δημοσιογραφική έρευνα του LesvosPost ανατρέχει σε στρατιωτικές εκδόσεις του Γενικού Επιτελείου Στρατού, αρχειακές καταγραφές των Γενικών Αρχείων του Κράτους, ιστορικά τεκμήρια της Γενναδείου Βιβλιοθήκης και μελέτες για τους Βαλκανικούς Πολέμους, επιχειρώντας να παρουσιάσει με ποια όπλα πολέμησαν οι δύο πλευρές.
Το ελληνικό πεζικό είχε ήδη περάσει σε μια νέα εποχή οπλισμού
Στις αρχές του 20ού αιώνα ο ελληνικός στρατός προχωρούσε σε σημαντικό πρόγραμμα εκσυγχρονισμού.
Η εμπειρία του Ελληνοτουρκικού Πολέμου του 1897 είχε αναδείξει σοβαρές αδυναμίες στον εξοπλισμό και στην οργάνωση του στρατεύματος.
Η περίοδος 1909-1912 χαρακτηρίστηκε από μεγάλες αλλαγές. Ο ελληνικός στρατός απέκτησε νέα όπλα, αναδιοργάνωσε το πυροβολικό του και ενίσχυσε τις δυνατότητές του ενόψει μιας ενδεχόμενης πολεμικής σύγκρουσης.
Το σημαντικότερο όπλο του Έλληνα πεζικάριου στους Βαλκανικούς Πολέμους ήταν το αυστριακής κατασκευής τυφέκιο Mannlicher-Schönauer M1903.
Το όπλο κατασκευαζόταν από την αυστριακή εταιρεία Steyr και είχε υιοθετηθεί από την Ελλάδα μετά από σχετικές παραγγελίες που ξεκίνησαν το 1905 και ενισχύθηκαν το 1907.
Επρόκειτο για επαναληπτικό τυφέκιο, διαμετρήματος περίπου 6,5 χιλιοστών, με περιστροφικό γεμιστήρα και μηχανισμό κινητού ουραίου.
Σε σχέση με τα παλαιότερα όπλα, προσέφερε μεγαλύτερη ταχύτητα επαναγέμισης και σημαντικά καλύτερες δυνατότητες στο πεδίο της μάχης.
Το συγκεκριμένο τυφέκιο αποτελούσε τον βασικό οπλισμό του ελληνικού πεζικού, των Ευζώνων και των Ευελπίδων.
Το παλαιότερο ελληνικό όπλο που δεν είχε εξαφανιστεί
Παρά τον εκσυγχρονισμό, ο ελληνικός στρατός δεν είχε εγκαταλείψει πλήρως τα παλαιότερα όπλα.
Σημαντική θέση στο οπλοστάσιό του εξακολουθούσε να έχει το γαλλικής κατασκευής Gras M1874.
Το συγκεκριμένο τυφέκιο είχε αγοραστεί από την Ελλάδα το 1877 και είχε αποτελέσει για δεκαετίες βασικό όπλο του ελληνικού πεζικού.
Με την εισαγωγή του Mannlicher-Schönauer άρχισε σταδιακά να αντικαθίσταται, αλλά παρέμεινε διαθέσιμο σε σημαντικές ποσότητες.
Η παρουσία του δείχνει ότι ο στρατός του 1912 δεν ήταν εξοπλισμένος αποκλειστικά με ένα σύγχρονο μοντέλο. Συνυπήρχαν νεότερα και παλαιότερα συστήματα οπλισμού.
Τα πολυβόλα που άλλαξαν τον τρόπο διεξαγωγής των μαχών
Μια από τις σημαντικότερες αλλαγές στη στρατιωτική τεχνολογία εκείνης της εποχής ήταν η διάδοση των πολυβόλων.
Στον ελληνικό στρατό χρησιμοποιήθηκαν πολυβόλα όπως τα Maxim και Schwarzlose, ενώ υπήρχε και περιορισμένη συμμετοχή τύπων Maxim-Vickers.
Το πολυβόλο επέτρεπε την εκτέλεση συνεχόμενων βολών και μπορούσε να προσφέρει σημαντική υποστήριξη στο πεζικό, ιδιαίτερα σε αμυντικές θέσεις.
Σύμφωνα με ιστορική μελέτη της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού, ο ελληνικός στρατός διέθετε στο τέλος της περιόδου πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους:
60 πολυβόλα Maxim.
144 πυροβόλα πεδινής χρήσης Schneider.
36 ορειβατικά πυροβόλα Schneider-Danglis.
100.000 τυφέκια Mannlicher-Schönauer.
15.000 αραβίδες Mannlicher.
112.000 τυφέκια Gras.
7.640 περίστροφα και πιστόλια διαφόρων τύπων.
Οι αριθμοί αυτοί αφορούν το συνολικό ελληνικό οπλοστάσιο και όχι αποκλειστικά τα όπλα που μεταφέρθηκαν στη Λέσβο.
Το ελληνικό ορειβατικό πυροβόλο που σχεδιάστηκε από τον Παναγιώτη Δαγκλή
Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία του ελληνικού οπλισμού κατέχει το Schneider-Danglis, ένα ορειβατικό πυροβόλο των 75 χιλιοστών.
Η ανάπτυξή του συνδέθηκε με τον Έλληνα αξιωματικό και μετέπειτα στρατηγό Παναγιώτη Δαγκλή.
Το όπλο είχε σχεδιαστεί ώστε να μπορεί να αποσυναρμολογείται σε τμήματα και να μεταφέρεται ευκολότερα σε ορεινές περιοχές, όπου η μετακίνηση συμβατικών πυροβόλων ήταν ιδιαίτερα δύσκολη.
Η δυνατότητα αυτή ήταν εξαιρετικά σημαντική για τις επιχειρήσεις σε περιοχές με δύσβατο έδαφος.
Το Schneider-Danglis κατασκευάστηκε από τη γαλλική εταιρεία Schneider και χρησιμοποιήθηκε από τον ελληνικό στρατό στους Βαλκανικούς Πολέμους.
Η παρουσία τέτοιου τύπου πυροβολικού είχε ιδιαίτερη σημασία για επιχειρήσεις σε ορεινές θέσεις, όπως εκείνες που πραγματοποιήθηκαν στη Λέσβο.
Το αρχειακό εύρημα: Δύο ναυτικά πυροβόλα και πυροβολαρχία Krupp στις επιχειρήσεις της Λέσβου
Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία που εντοπίστηκαν στην έρευνα βρίσκεται στις αρχειακές περιγραφές των Γενικών Αρχείων του Κράτους.
Στο αρχείο των στρατιωτικών επιχειρήσεων για την κατάληψη της Λέσβου καταγράφεται η σύνθεση των ελληνικών φαλάγγων που κινήθηκαν στο νησί.
Η περιγραφή αναφέρει:
Δεξιά φάλαγγα:
Τάγμα του 18ου Συντάγματος.
Ναυτικό άγημα.
Δύο ναυτικά πυροβόλα.
Αριστερή φάλαγγα:
Τάγμα.
Λόχος εμπέδου.
Λόχος Λεσβίων.
Ορειβατική πυροβολαρχία Krupp.
Η αναφορά αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς αποδεικνύει ότι στις επιχειρήσεις της Λέσβου υπήρχε οργανωμένη υποστήριξη πυροβολικού και όχι μόνο πεζικό με τυφέκια.
Τα δύο ναυτικά πυροβόλα και η ορειβατική πυροβολαρχία αποτελούσαν διαφορετικά μέσα υποστήριξης των ελληνικών δυνάμεων.
Η αναφορά στην πυροβολαρχία Krupp δεν πρέπει να συγχέεται με το ελληνικό Schneider-Danglis. Πρόκειται για διαφορετικές ονομασίες και συστήματα, ενώ το αρχειακό τεκμήριο δεν προσδιορίζει το ακριβές μοντέλο ή το διαμέτρημα των συγκεκριμένων πυροβόλων.
Αυτό είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία που προκύπτουν από την αρχειακή έρευνα.
Το θωρηκτό «Αβέρωφ» και τα βαριά πυροβόλα που έφτασαν στη Μυτιλήνη
Στις 8 Νοεμβρίου 1912, έξω από το λιμάνι της Μυτιλήνης εμφανίστηκε ο ελληνικός στόλος με επικεφαλής το θωρηκτό «Γεώργιος Αβέρωφ».
Το πλοίο αποτελούσε τότε ένα από τα ισχυρότερα πολεμικά μέσα της περιοχής.
Ο κύριος οπλισμός του περιλάμβανε:
Τέσσερα πυροβόλα των 234 χιλιοστών.
Οκτώ πυροβόλα των 190 χιλιοστών.
Τρεις τορπιλοσωλήνες.
Πρόκειται για εξοπλισμό τεράστιας ισχύος για τα δεδομένα της εποχής.
Στις 8 Νοεμβρίου, ο στόλος δεν χρειάστηκε να πραγματοποιήσει μεγάλη ναυμαχία έξω από τη Μυτιλήνη. Η παρουσία του, ωστόσο, αποτελούσε καθοριστικό στρατιωτικό και διαπραγματευτικό πλεονέκτημα.
Όταν ξεκίνησαν οι συνομιλίες για την παράδοση της πόλης, ο οθωμανικός στρατιωτικός εκπρόσωπος επιχείρησε να διαπραγματευθεί την παράδοση του νησιού χωρίς την παράδοση των όπλων.
Ο ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης δεν αποδέχθηκε αυτόν τον όρο.
Η διαπραγμάτευση είχε ιδιαίτερη σημασία, καθώς η παράδοση των όπλων ήταν βασικό στοιχείο της συμφωνίας.
Με τι όπλα πολεμούσε ο οθωμανικός στρατός;
Η οθωμανική πλευρά διέθετε επίσης σύγχρονο για την εποχή οπλισμό.
Στις αρχές του 20ού αιώνα η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε προχωρήσει σε σημαντικές αγορές όπλων από γερμανικές εταιρείες, κυρίως από τη Mauser και την Krupp.
Βασικό όπλο του οθωμανικού πεζικού ήταν το Mauser, με διάφορες εκδόσεις και διαμετρήματα.
Στα πιο γνωστά μοντέλα περιλαμβάνονταν:
Mauser M1890.
Mauser M1893.
Mauser M1903.
Το M1903, διαμετρήματος 7,65 χιλιοστών, αποτελούσε ένα από τα νεότερα τυφέκια που χρησιμοποιούσε ο οθωμανικός στρατός.
Δεν είναι δυνατόν να επιβεβαιωθεί ότι όλοι οι Οθωμανοί στρατιώτες που βρίσκονταν στη Λέσβο διέθεταν το ίδιο μοντέλο. Ο οθωμανικός στρατός χρησιμοποιούσε διαφορετικούς τύπους όπλων, ανάλογα με τη μονάδα, την περίοδο προμήθειας και τη διαθεσιμότητα.
Στον ευρύτερο οθωμανικό οπλισμό υπήρχαν επίσης παλαιότερα τυφέκια, αραβίδες, περίστροφα και πυροβόλα διαφόρων τύπων.
Γιατί η οθωμανική φρουρά της Λέσβου είχε μείνει χωρίς πυροβολικό;
Ένα ενδιαφέρον στοιχείο αφορά τη στρατιωτική κατάσταση της Λέσβου πριν από την απελευθέρωση.
Σύμφωνα με ιστορικές αναφορές, ο οθωμανικός στρατός που βρισκόταν στο νησί είχε μειωθεί σημαντικά, καθώς είχε προηγηθεί ο Ιταλοτουρκικός Πόλεμος του 1911-1912.
Η σχετική ιστορική καταγραφή αναφέρει ότι η οθωμανική δύναμη στη Λέσβο αριθμούσε περίπου 2.000 άνδρες και είχε εγκατασταθεί γύρω από τον Κλαπάδο, σε οχυρωμένες θέσεις.
Επισημαίνεται επίσης ότι η φρουρά είχε μείνει χωρίς πυροβολικό.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι στρατιώτες δεν διέθεταν φορητά όπλα. Αντίθετα, ο οπλισμός του πεζικού εξακολουθούσε να αποτελεί τη βασική δύναμη αντίστασης.
Η έλλειψη πυροβολικού, όμως, περιόριζε σημαντικά τη δυνατότητα αντιμετώπισης ενός αντιπάλου που διέθετε οργανωμένες μονάδες πεζικού και υποστήριξη πυροβολικού.
Η παράδοση των όπλων στον Κλαπάδο
Η στρατιωτική αναμέτρηση δεν ολοκληρώθηκε στις 8 Νοεμβρίου 1912.
Η Μυτιλήνη πέρασε στον ελληνικό έλεγχο, όμως οι οθωμανικές δυνάμεις αποσύρθηκαν προς το εσωτερικό του νησιού και οργανώθηκαν στην περιοχή του Κλαπάδου.
Ακολούθησαν στρατιωτικές επιχειρήσεις και συγκρούσεις, με την τελική παράδοση να πραγματοποιείται στις 8 Δεκεμβρίου 1912.
Τότε υπογράφηκε το πρωτόκολλο παράδοσης και ακολούθησε η παράδοση του οθωμανικού οπλισμού.
Η ιστορική καταγραφή της μάχης του Κλαπάδου αναφέρει ότι παραδόθηκαν τα όπλα του οθωμανικού στρατού, καθώς και η σημαία του.
Η συγκεκριμένη σημαία φυλάσσεται σήμερα στο Μουσείο της Μονής Λειμώνος.
Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα ιστορικά κειμήλια που συνδέονται με την απελευθέρωση της Λέσβου.
Ο αριθμός και τα ακριβή μοντέλα των όπλων που παραδόθηκαν δεν προκύπτουν από τις διαθέσιμες αρχειακές περιγραφές που εξετάστηκαν.
Οι κάτοικοι που οπλίστηκαν και η συμμετοχή της Λεσβιακής Φάλαγγας
Στις επιχειρήσεις του Δεκεμβρίου δεν συμμετείχαν μόνο τακτικές στρατιωτικές μονάδες.
Σημαντική ήταν και η παρουσία της Λεσβιακής Φάλαγγας, αποτελούμενης από εθελοντές που επέστρεψαν από τις Ηνωμένες Πολιτείες για να συμμετάσχουν στην απελευθέρωση του τόπου τους.
Σύμφωνα με ιστορικές καταγραφές, η δύναμη των Λέσβιων εθελοντών που εντάχθηκε στις επιχειρήσεις έφτανε περίπου τους 210 άνδρες.
Παράλληλα, ένοπλοι κάτοικοι και τοπικές αντάρτικες ομάδες συνέβαλαν στην προσπάθεια των ελληνικών δυνάμεων.
Η συμμετοχή τους ήταν σημαντική όχι μόνο λόγω του αριθμού τους, αλλά και επειδή γνώριζαν καλά το έδαφος, τις διαδρομές και τις τοπικές συνθήκες.
Για τον ακριβή οπλισμό των εθελοντών και των τοπικών οπλαρχηγών δεν υπάρχει μέχρι στιγμής πλήρης ονομαστική ή ποσοτική καταγραφή. Είναι πιθανό να χρησιμοποιούσαν διαφορετικούς τύπους τυφεκίων και κυνηγετικών όπλων, όμως αυτό χρειάζεται επιβεβαίωση από συγκεκριμένα τεκμήρια.
Τα όπλα του 1912: Μια τεχνολογική μετάβαση που άλλαξε την ιστορία
Η απελευθέρωση της Λέσβου πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος είχε ήδη αλλάξει σημαντικά.
Τα παλαιότερα μονόβολα όπλα είχαν δώσει τη θέση τους στα επαναληπτικά τυφέκια. Τα πολυβόλα είχαν μετατρέψει τις αμυντικές θέσεις σε πολύ πιο επικίνδυνα πεδία μάχης, ενώ το πυροβολικό διέθετε πλέον ταχύτερα και αποτελεσματικότερα συστήματα.
Η παρουσία του ελληνικού στόλου, με το «Αβέρωφ» και τα υπόλοιπα πολεμικά πλοία, έδωσε στην ελληνική πλευρά σημαντικό πλεονέκτημα.
Στην ξηρά, τα Mannlicher-Schönauer, τα πολυβόλα και τα πυροβόλα υποστήριξης αποτέλεσαν μέρος του στρατιωτικού εξοπλισμού που χρησιμοποιήθηκε στις επιχειρήσεις.
Στην απέναντι πλευρά, τα οθωμανικά Mauser και τα υπόλοιπα όπλα του πεζικού αποτέλεσαν τη βάση της αντίστασης μέχρι την τελική παράδοση.
Η ιστορία της απελευθέρωσης δεν γράφτηκε μόνο με αποφάσεις, συμφωνίες και σημαίες. Γράφτηκε και με τα όπλα που κρατούσαν οι άνθρωποι εκείνης της εποχής.
Και σήμερα, περισσότερο από έναν αιώνα μετά, τα στρατιωτικά αυτά τεκμήρια μάς βοηθούν να κατανοήσουμε καλύτερα πώς πραγματοποιήθηκε η απελευθέρωση του νησιού μας.
LesvosPost.com | Ιστορική έρευνα και δημοσιογραφικό αφιέρωμα
Το παρόν αφιέρωμα αποτελεί δημοσιογραφική έρευνα και σύνθεση του LesvosPost.com. Απαγορεύεται η αναδημοσίευση ή αναπαραγωγή του συνόλου ή μέρους του χωρίς σαφή αναφορά ως πηγή στο LesvosPost.com και ενεργό σύνδεσμο προς το πρωτότυπο δημοσίευμα.


ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ