Γιατί δεν προχώρησε ποτέ η σύνδεση των δύο φανών του λιμανιού της Μυτιλήνης;-Η πρόταση για μια γέφυρα που θα μπορούσε να αλλάξει τις κυκλοφοριακές συνθήκες

Η πρόταση για μια γέφυρα που θα μπορούσε να αλλάξει τις κυκλοφοριακές συνθήκες στο κέντρο της Μυτιλήνης είχε εξεταστεί ήδη από τη δεκαετία του 1990. Οι αρχαιολογικές ενστάσεις, το κόστος και τα αναπάντητα ερωτήματα επαναφέρουν στο προσκήνιο μια συζήτηση που δεν πρέπει να κλείσει χωρίς ολοκληρωμένη τεχνική και επιστημονική αξιολόγηση.

Ρεπορτάζ – Έρευνα | LesvosPost

Υπάρχουν ορισμένα έργα που συζητούνται για χρόνια, επανέρχονται σε παρουσιάσεις μελετών, εμφανίζονται στον δημόσιο διάλογο και τελικά μένουν στο επίπεδο της πρότασης. Η σύνδεση των δύο φανών του λιμανιού της Μυτιλήνης είναι μία από αυτές τις περιπτώσεις.

Μια ιδέα που θα μπορούσε να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο κινούνται τα οχήματα γύρω από το λιμάνι, να δημιουργήσει μια εναλλακτική διαδρομή και να αλλάξει τη σχέση της πόλης με το παραλιακό της μέτωπο εξετάστηκε πριν από δεκαετίες. Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν έχει προχωρήσει σε κατασκευή.

Το ερώτημα είναι απλό: Εξετάστηκαν πραγματικά όλες οι εναλλακτικές λύσεις ή η συζήτηση σταμάτησε μπροστά στις πρώτες δυσκολίες;

Από τη δεκαετία του 1990 στο σήμερα

Η ιδέα της σύνδεσης των δύο φανών δεν είναι καινούργια. Σύμφωνα με δημοσίευμα του τοπικού Τύπου το 2017, το έργο είχε μελετηθεί ήδη από τη δεκαετία του 1990.

Η πρόταση αφορούσε την κατασκευή μιας μικρής βυθιζόμενης γέφυρας, η οποία θα συνέδεε τα δύο άκρα του λιμανιού και θα επέτρεπε την κυκλοφορία οχημάτων χωρίς να χρειάζεται να διανύουν ολόκληρη την περιμετρική διαδρομή.

Τότε, το κόστος κατασκευής είχε υπολογιστεί σε περίπου 150 εκατομμύρια δραχμές, σύμφωνα με όσα είχαν αναφερθεί κατά την παρουσίαση του Master Plan του λιμανιού το 2017.

Το ποσό αυτό αφορά την παλαιά μελέτη και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως σημερινή εκτίμηση κόστους. Για να επανεξεταστεί το έργο, θα απαιτούνταν νέα τεχνική μελέτη, σύγχρονη κοστολόγηση και έλεγχος της δυνατότητας υλοποίησής του με βάση τις σημερινές συνθήκες.

Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι η ιδέα δεν εγκαταλείφθηκε επειδή αποδείχθηκε αυτομάτως τεχνικά αδύνατη.

Το 2017, κατά την παρουσίαση του σχεδιασμού για το λιμάνι της Μυτιλήνης, έγινε γνωστό ότι η Υπηρεσία Εναλίων Αρχαιοτήτων δεν συναινούσε στη συγκεκριμένη παρέμβαση.

Οι αντιρρήσεις αφορούσαν τις επεμβάσεις στην ευρύτερη περιοχή του Φαναριού, όπου υπάρχουν σημαντικά αρχαιολογικά δεδομένα.

Έτσι, η σύνδεση των δύο φανών δεν συμπεριλήφθηκε ως υλοποιήσιμη παρέμβαση στον σχεδιασμό που παρουσιάστηκε τότε.

Η εξέλιξη αυτή καταγράφηκε σε δημοσίευμα του «Εμπρός» τον Απρίλιο του 2017, με χαρακτηριστικό τίτλο «Ξεχάστε τη ζεύξη των φανών».

Ένα κυκλοφοριακό πρόβλημα που δεν εξαφανίστηκε

Η συζήτηση για τη σύνδεση των δύο φανών δεν αφορά απλώς μια γέφυρα. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η Μυτιλήνη ως πόλη και λιμάνι.

Το λιμάνι βρίσκεται μέσα στον αστικό ιστό και εξυπηρετεί επιβατικές, εμπορικές και άλλες δραστηριότητες. Η κίνηση προς και από αυτό επιβαρύνει το οδικό δίκτυο, ενώ οι μετακινήσεις γύρω από την περιμετρική ζώνη αποτελούν μέρος της καθημερινότητας κατοίκων, επαγγελματιών και επισκεπτών.

Μια νέα σύνδεση θα μπορούσε, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να προσφέρει εναλλακτική διαδρομή σε ορισμένες μετακινήσεις.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι μια γέφυρα θα έλυνε αυτομάτως το κυκλοφοριακό πρόβλημα.

Για να τεκμηριωθεί μια τέτοια εκτίμηση, χρειάζονται στοιχεία για τον αριθμό των οχημάτων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιούν τη σύνδεση, τις κατευθύνσεις των μετακινήσεων, την επίδραση στην κυκλοφορία γύρω από το λιμάνι και τις επιπτώσεις στις λειτουργίες του.

Χρειάζεται, επίσης, να εξεταστεί εάν μια τέτοια παρέμβαση θα αποσυμφορούσε πράγματι το κέντρο ή εάν θα μετέφερε την κίνηση σε άλλα σημεία της πόλης.

Αυτά είναι ερωτήματα που απαιτούν μελέτη και όχι απλώς εκτιμήσεις.

Το αρχαιολογικό εμπόδιο και η ανάγκη για νέα αξιολόγηση

Η περιοχή του λιμανιού της Μυτιλήνης έχει ιδιαίτερη ιστορική και αρχαιολογική αξία.

Η πόλη διέθετε από την αρχαιότητα δύο λιμάνια: τον βόρειο εμπορικό λιμένα, στην περιοχή της σημερινής Επάνω Σκάλας, και τον νότιο πολεμικό λιμένα, στην περιοχή του σημερινού κεντρικού λιμανιού.

Τα δύο λιμάνια συνδέονταν μέσω του Ευρίπου, ενός θαλάσσιου διαύλου που διέσχιζε την αρχαία πόλη. Με την πάροδο των αιώνων, ο δίαυλος επιχωματώθηκε, τόσο εξαιτίας φυσικών διεργασιών όσο και ανθρώπινων παρεμβάσεων.

Η ιστορία αυτή εξηγεί γιατί κάθε σύγχρονο έργο στην ευρύτερη περιοχή χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή.

Η Εφορεία Αρχαιοτήτων Λέσβου διαθέτει αναλυτικά στοιχεία για την ιστορική εξέλιξη του βόρειου λιμένα, τους λιμενοβραχίονες και τις αρχαιολογικές έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί.

Η προστασία αυτής της κληρονομιάς δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια τυπική διαδικασία που πρέπει απλώς να ξεπεραστεί για να προχωρήσει ένα έργο.

Από την άλλη πλευρά, η ύπαρξη αρχαιολογικών περιορισμών δεν απαλλάσσει τους αρμόδιους φορείς από την υποχρέωση να εξετάζουν τεκμηριωμένα τις διαθέσιμες εναλλακτικές λύσεις.

Το ζητούμενο δεν είναι να κατασκευαστεί μια γέφυρα ανεξαρτήτως συνεπειών. Είναι να διαπιστωθεί εάν υπάρχει λύση που να συνδυάζει την προστασία της ιστορικής κληρονομιάς με τις πραγματικές ανάγκες της σύγχρονης πόλης.

Τι έγινε με τα Master Plan του λιμανιού;

Η υπόθεση της ζεύξης των φανών συνδέεται άμεσα με τον ευρύτερο σχεδιασμό του λιμανιού της Μυτιλήνης.

Το 2017 παρουσιάστηκε Master Plan για την αξιοποίηση του υφιστάμενου λιμανιού και την οργάνωση των δραστηριοτήτων του. Στη συνέχεια, το 2019 παρουσιάστηκε αναθεωρημένη εκδοχή του σχεδιασμού, ενώ το 2022 επανήλθε στο προσκήνιο νέα πρόταση της τότε δημοτικής αρχής για τροποποίηση του σχεδίου.

Οι διαδοχικές αυτές διαδικασίες δείχνουν ότι ο σχεδιασμός του λιμανιού δεν υπήρξε μια στατική υπόθεση. Αντίθετα, αποτέλεσε αντικείμενο επανεξέτασης και δημόσιας συζήτησης.

Το 2025, σε έγγραφο που αφορά τις μελέτες λιμενικών έργων, καταγραφόταν η εκπόνηση αναμορφωμένου Προγραμματικού Σχεδίου για τον υφιστάμενο λιμένα Μυτιλήνης και σχεδιασμού για νέο λιμένα στην περιοχή Παναγιούδας – Καρά Τεπέ, με ορίζοντα σχεδιασμού 25 ετών. Στο ίδιο έγγραφο αναφερόταν ότι αναμένονταν οι απόψεις των συναρμόδιων φορέων για τα προτεινόμενα έργα.

Ωστόσο, από τα διαθέσιμα στοιχεία δεν προκύπτει ότι η σύνδεση των δύο φανών έχει επανενταχθεί σε κάποιο εγκεκριμένο και χρηματοδοτημένο πρόγραμμα έργων.

Αυτό είναι ένα κρίσιμο σημείο: άλλο η ιστορική ύπαρξη μιας πρότασης, άλλο η αναφορά της σε παλαιότερη μελέτη και άλλο η σημερινή θεσμική και τεχνική δυνατότητα υλοποίησής της.

Τα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν

Το LesvosPost επαναφέρει το ζήτημα όχι ως απαίτηση για ένα έργο που πρέπει να γίνει πάση θυσία, αλλά ως αίτημα για συγκεκριμένες απαντήσεις από τους αρμόδιους φορείς.

1. Υπάρχει σήμερα ενεργή μελέτη για τη σύνδεση των δύο φανών;

Πρέπει να διευκρινιστεί εάν η παλαιά πρόταση έχει εξεταστεί εκ νέου, εάν υπάρχουν νεότερα τεχνικά δεδομένα και εάν έχει αξιολογηθεί στο πλαίσιο του σημερινού σχεδιασμού του λιμανιού.

2. Ποια είναι η σημερινή θέση των αρμόδιων αρχαιολογικών υπηρεσιών;

Οι ενστάσεις που είχαν καταγραφεί το 2017 πρέπει να αποσαφηνιστούν με βάση τα σημερινά δεδομένα. Υπάρχει οριστική απαγόρευση για κάθε μορφή σύνδεσης ή οι περιορισμοί αφορούν τη συγκεκριμένη λύση που είχε εξεταστεί τότε; Η απάντηση πρέπει να προκύψει από τις αρμόδιες υπηρεσίες και τα επίσημα έγγραφα.

3. Εξετάστηκαν εναλλακτικές τεχνικές λύσεις;

Η παλαιότερη πρόταση αφορούσε βυθιζόμενη γέφυρα. Χρειάζεται να διευκρινιστεί εάν έχουν εξεταστεί άλλες μορφές σύνδεσης και εάν αυτές είναι συμβατές με τη ναυσιπλοΐα, τις λιμενικές λειτουργίες, την αρχαιολογική προστασία και την ασφάλεια.

4. Ποιο θα ήταν το πραγματικό κυκλοφοριακό όφελος;

Μια νέα σύνδεση έχει νόημα μόνο εάν αποδεικνύεται ότι εξυπηρετεί ουσιαστικές μετακινήσεις. Απαιτείται κυκλοφοριακή μελέτη που να συγκρίνει τη σημερινή κατάσταση με τα πιθανά σενάρια λειτουργίας της.

5. Ποιο θα ήταν το κόστος σήμερα και ποιος θα αναλάμβανε τη χρηματοδότηση;

Το ποσό των 150 εκατομμυρίων δραχμών αφορά την παλαιότερη πρόταση και δεν αποτελεί βάση για σημερινό προϋπολογισμό. Χρειάζεται νέα εκτίμηση κόστους, συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών έργων, των απαραίτητων μελετών, της συντήρησης και των ενδεχόμενων περιβαλλοντικών και αρχαιολογικών απαιτήσεων.

6. Έχει εξεταστεί η σύνδεση με τον συνολικό σχεδιασμό του λιμανιού;

Δεν μπορεί να αξιολογηθεί μια τέτοια παρέμβαση απομονωμένα από το Master Plan, τις μελλοντικές λιμενικές εγκαταστάσεις και τον σχεδιασμό του οδικού δικτύου της πόλης.

Η παρέμβαση του LesvosPost

Η Μυτιλήνη δεν έχει ανάγκη από ακόμη μία συζήτηση που θα ξεκινήσει με προσδοκίες και θα τελειώσει χωρίς σαφές αποτέλεσμα.

Έχει ανάγκη από σχεδιασμό με συγκεκριμένους στόχους, δημόσια τεκμηρίωση και καθαρές απαντήσεις.

Η σύνδεση των δύο φανών μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο νέας αξιολόγησης, εφόσον αυτό επιτρέπεται από τα αρχαιολογικά δεδομένα και τις απαιτήσεις ασφαλούς λειτουργίας του λιμανιού. Δεν είναι, όμως, δυνατό να υποστηριχθεί ότι αποτελεί τη μοναδική ή την καλύτερη λύση χωρίς συγκριτική μελέτη.

Αν η λύση είναι τεχνικά ανέφικτη, ασύμβατη με την προστασία των αρχαιοτήτων ή δυσανάλογα ακριβή σε σχέση με το όφελος, αυτό πρέπει να τεκμηριωθεί και να παρουσιαστεί δημόσια.

Αν, αντίθετα, υπάρχουν εναλλακτικές που δεν έχουν εξεταστεί επαρκώς, τότε πρέπει να αξιολογηθούν από τους αρμόδιους φορείς.

Η πόλη δεν μπορεί να παραμένει εγκλωβισμένη ανάμεσα σε παλιές μελέτες, διαφορετικές προτάσεις και ανοιχτά ερωτήματα χωρίς να γνωρίζει ποιες λύσεις είναι πραγματικά εφικτές.

Το LesvosPost ζητά από τον Δήμο Μυτιλήνης, το Διαδημοτικό Λιμενικό Ταμείο Λέσβου και τις αρμόδιες υπηρεσίες να δώσουν στη δημοσιότητα το ιστορικό της πρότασης, τις σχετικές αποφάσεις και τη σημερινή θέση τους για τη δυνατότητα επανεξέτασής της.

Όχι για να προκριθεί εκ των προτέρων μια γέφυρα. Αλλά για να γνωρίζουν οι πολίτες εάν μια ιδέα που συζητείται εδώ και δεκαετίες έχει πράγματι εξαντλήσει τις δυνατότητές της ή εάν χρειάζεται μια νέα, σοβαρή και επιστημονικά τεκμηριωμένη αξιολόγηση.

Γιατί το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι να ενωθούν δύο φάροι στον χάρτη.

Είναι να πάψει ο σχεδιασμός μιας ολόκληρης πόλης να μένει μετέωρος ανάμεσα σε προτάσεις και αναπάντητες ερωτήσεις.