Γιατί κερδίζει η Νέα Δημοκρατία; Η αδυναμία της αντιπολίτευσης και το πολιτικό αδιέξοδο
Του δημοσιογράφου Παύλου Αιβαλιώτη
Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διατηρεί το προβάδισμα στο πολιτικό σκηνικό, παρά τη δυσαρέσκεια που καταγράφεται για την οικονομική κατάσταση των πολιτών και τις προσδοκίες που δεν εκπληρώθηκαν από την κυβερνητική πολιτική. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο γιατί αντέχει εκλογικά η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, αλλά και γιατί η αντιπολίτευση αδυνατεί να διαμορφώσει μια πειστική εναλλακτική πρόταση εξουσίας.
Επτά χρόνια οικονομικής στασιμότητας για τους πολίτες
Το 2018, η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων βρισκόταν στο 66% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Επτά χρόνια αργότερα, το ποσοστό έφτασε μόλις στο 68%.
Πρόκειται για μια περιορισμένη μεταβολή, η οποία αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν αναλογιστεί κανείς ότι η Ελλάδα μόλις είχε εξέλθει από τα μνημόνια το 2018. Παρά την οικονομική ανάπτυξη που καταγράφηκε τα επόμενα χρόνια, η βελτίωση της αγοραστικής δύναμης παραμένει μικρή σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Με άλλα λόγια, η οικονομική πρόοδος δεν μεταφράστηκε στον βαθμό που θα περίμεναν οι πολίτες σε ουσιαστική βελτίωση της καθημερινότητάς τους.
Ακόμη και όσοι δεν ανήκουν στη Νέα Δημοκρατία, αλλά επένδυσαν πολιτικά στις προσδοκίες που δημιούργησε η κυβέρνηση, δύσκολα μπορούν να αγνοήσουν τις αδυναμίες της. Η οικονομική ανάπτυξη, άλλωστε, δεν αρκεί να αποτυπώνεται στους δείκτες. Πρέπει να γίνεται αισθητή και στο εισόδημα των νοικοκυριών.
Την ίδια στιγμή, η μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ δεν μπορεί να αξιολογείται αποκομμένη από τις συνθήκες που τη συνοδεύουν. Ο πληθωρισμός επηρεάζει την ονομαστική αξία του ΑΕΠ, ενώ τα αυξημένα έσοδα από τον ΦΠΑ συνδέονται, μεταξύ άλλων, με την άνοδο των τιμών. Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο αυτή η δημοσιονομική εικόνα συνοδεύεται από αντίστοιχη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.
Ποιοι κρατούν τη Νέα Δημοκρατία στην εξουσία;
Αν η κυβερνητική επίδοση δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες που είχαν δημιουργηθεί, τότε γιατί η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να αποτελεί το ισχυρότερο κόμμα;
Η απάντηση, σύμφωνα με την πολιτική ανάλυση, βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό στη μετατόπιση ψηφοφόρων και στελεχών από τον χώρο του ΠΑΣΟΚ προς τη Νέα Δημοκρατία, αλλά και στην αδυναμία του σημερινού ΠΑΣΟΚ να πείσει ότι αποτελεί μια αξιόπιστη εναλλακτική διακυβέρνησης.
Πρόκειται για ψηφοφόρους που προέρχονται από το εκσυγχρονιστικό, σημιτικό ΠΑΣΟΚ, έχουν κεντρώα πολιτική ταυτότητα και εξακολουθούν να επιλέγουν κόμματα που θεωρούν ότι μπορούν να ασκήσουν την εξουσία. Για ένα τμήμα τους, η Νέα Δημοκρατία έχει καταφέρει να καλύψει αυτόν τον πολιτικό χώρο, παρά τις διαφορές που μπορεί να έχουν με τις παραδοσιακές δεξιές θέσεις της.
Παράλληλα, σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν οι εργαζόμενοι που αναζητούν σταθερότητα, οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι συνταξιούχοι και οι ελεύθεροι επαγγελματίες που δίνουν προτεραιότητα στην οικονομική ασφάλεια.
Δεν πρόκειται απαραίτητα για ψηφοφόρους που είναι απόλυτα ικανοποιημένοι από την κυβέρνηση. Πρόκειται, όμως, για πολίτες που μπορεί να θεωρούν ότι οι διαθέσιμες εναλλακτικές επιλογές δεν τους προσφέρουν μεγαλύτερη ασφάλεια ή μια πειστική προοπτική.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα της Νέας Δημοκρατίας: η πολιτική σταθερότητα που επικαλείται απέναντι σε μια αντιπολίτευση η οποία δεν έχει καταφέρει να συγκροτήσει ένα ευρύ και συνεκτικό μέτωπο εξουσίας.
Η απουσία ισχυρού δικομματισμού ευνοεί τον πρώτο
Σε ένα πολιτικό σύστημα χωρίς έναν ισχυρό και άμεσα ανταγωνιστικό δεύτερο πόλο, το πρώτο κόμμα διαθέτει ένα σημαντικό πλεονέκτημα.
Η Νέα Δημοκρατία μπορεί να καταγράφει απώλειες και να αντιμετωπίζει δυσαρέσκεια, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι ψηφοφόροι της μετακινούνται μαζικά προς έναν συγκεκριμένο αντίπαλο.
Η πολυδιάσπαση της αντιπολίτευσης, αντίθετα, δυσκολεύει τη μετατροπή της κοινωνικής δυσαρέσκειας σε εκλογική ανατροπή. Οι ψήφοι κατανέμονται σε διαφορετικά κόμματα, με διαφορετικές προτεραιότητες και συχνά αντικρουόμενες πολιτικές επιδιώξεις.
Το πρόβλημα δεν είναι, επομένως, μόνο πόσοι πολίτες δυσανασχετούν με την κυβέρνηση. Είναι και πόσοι από αυτούς μπορούν να συμφωνήσουν σε μια εναλλακτική πολιτική πρόταση.
Το ΠΑΣΟΚ και ο Τσίπρας δεν έχουν πείσει
Η αδυναμία της αντιπολίτευσης γίνεται ακόμη πιο εμφανής όταν εξετάσει κανείς τις δυσκολίες του ΠΑΣΟΚ και την πολιτική παρακαταθήκη του Αλέξη Τσίπρα.
Η στροφή του ΣΥΡΙΖΑ προς το κέντρο κατά τη διάρκεια της προηγούμενης περιόδου διακυβέρνησης δεν ολοκληρώθηκε με τρόπο που να διαμορφώσει μια σταθερή, ευρεία εκλογική βάση. Από την άλλη πλευρά, οι πολιτικές μεταγραφές και οι επιλογές προσώπων στο ΠΑΣΟΚ δεν έχουν αποδειχθεί από μόνες τους αρκετές για να ανατρέψουν τους συσχετισμούς.
Η πολιτική δεν κερδίζεται μόνο με μετακινήσεις στελεχών ή με την ανακύκλωση προσώπων που έχουν ήδη δοκιμαστεί. Απαιτεί συγκεκριμένες προτάσεις, καθαρό πολιτικό στίγμα και την ικανότητα να πείσεις ότι μπορείς να κυβερνήσεις διαφορετικά.
Όταν αυτά απουσιάζουν, ακόμη και η έντονη δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση δεν οδηγεί αυτομάτως σε αλλαγή εξουσίας.
Οι ψηφοφόροι στα άκρα και το χαμένο κέντρο
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό του σημερινού πολιτικού σκηνικού είναι η ενίσχυση διαφορετικών πολιτικών ρευμάτων που αμφισβητούν το παραδοσιακό δίπολο κεντροαριστεράς και κεντροδεξιάς.
Η πολιτική αντιπαράθεση γίνεται εντονότερη, οι κοινωνικές και οικονομικές ανησυχίες οξύνονται και ένα τμήμα των ψηφοφόρων στρέφεται προς πιο ακραίες ή πιο συγκρουσιακές πολιτικές επιλογές.
Σε αυτό το περιβάλλον, η μετριοπαθής κεντροαριστερά και η παραδοσιακή κεντροδεξιά δυσκολεύονται να εκφράσουν ένα ευρύ κοινωνικό ακροατήριο. Το κέντρο, που για χρόνια αποτελούσε τον χώρο όπου κρίνονταν οι εκλογές, δεν λειτουργεί πλέον με τους ίδιους όρους.
Η Νέα Δημοκρατία, ωστόσο, διατηρεί ένα συγκριτικό πλεονέκτημα, καθώς εξακολουθεί να εμφανίζεται ως ο βασικός πόλος εξουσίας, ενώ οι αντίπαλοί της δυσκολεύονται να συνεννοηθούν για το ποιος μπορεί να την αντικαταστήσει.
Θα παραμείνει η Νέα Δημοκρατία πρώτη το 2027;
Η εκτίμηση ότι η Νέα Δημοκρατία δύσκολα θα υποχωρήσει κάτω από το 25% στις επόμενες εκλογές αποτελεί πολιτική πρόβλεψη και όχι βεβαιότητα. Οι εκλογικοί συσχετισμοί μπορούν να μεταβληθούν, ιδίως όταν η κοινωνική δυσαρέσκεια συναντά νέα πολιτικά γεγονότα ή μια πειστική εναλλακτική πρόταση.
Ωστόσο, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο αν η Νέα Δημοκρατία θα παραμείνει πρώτο κόμμα, αλλά και με ποιο ποσοστό, με ποιους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς και υπό ποιες συνθήκες θα μπορούσε να σχηματιστεί η επόμενη κυβέρνηση.
Η τρίτη κυβερνητική θητεία, εφόσον προκύψει, δεν θα είναι αυτονόητα μια περίοδος ανανέωσης. Χωρίς νέες πρωτοβουλίες, σαφείς στόχους και ένα πειστικό σχέδιο για την οικονομία και την κοινωνία, υπάρχει ο κίνδυνος να εξελιχθεί σε μια διακυβέρνηση διαχείρισης, χωρίς ουσιαστικό όραμα.
Και αυτό αφορά κυρίως όσους δεν ανήκουν στους οικονομικά προνομιούχους, οι οποίοι εξακολουθούν να περιμένουν ουσιαστική βελτίωση των εισοδημάτων τους και καλύτερες προοπτικές για το μέλλον.
Το πραγματικό πρόβλημα είναι η απουσία εναλλακτικής
Η πολιτική αντοχή της Νέας Δημοκρατίας δεν εξηγείται αποκλειστικά από τις επιδόσεις της κυβέρνησης. Εξηγείται και από την αδυναμία των αντιπάλων της να συγκροτήσουν μια αξιόπιστη πρόταση που να εμπνέει εμπιστοσύνη και να συσπειρώνει διαφορετικές κοινωνικές ομάδες.
Όσο η αντιπολίτευση αδυνατεί να διαμορφώσει αυτή την πρόταση, η κυβέρνηση μπορεί να διατηρεί το προβάδισμα ακόμη και όταν σημαντικά τμήματα της κοινωνίας εκφράζουν δυσαρέσκεια.
Σε αυτό το πλαίσιο, είναι χαρακτηριστικό το παράδοξο που επισημαίνεται στην πολιτική συζήτηση: αντί οι δυνάμεις της κεντροαριστεράς να επικεντρώνονται στην αναζήτηση νέων ψηφοφόρων και στη διαμόρφωση μιας πειστικής εναλλακτικής, μέρος της δημόσιας συζήτησης περιστρέφεται γύρω από τις πιθανές επιδόσεις ενός μελλοντικού πολιτικού σχηματισμού υπό τον Αντώνη Σαμαρά.
Το ερώτημα, τελικά, παραμένει: μπορεί η αντιπολίτευση να μετατρέψει τη δυσαρέσκεια σε πολιτική αλλαγή ή θα συνεχίσει να αφήνει στη Νέα Δημοκρατία το πλεονέκτημα της πρώτης θέσης;
Γιατί, χωρίς πρωτοβουλίες, έμπνευση και όραμα από την άλλη πλευρά, η πολιτική αλλαγή μπορεί να καθυστερήσει. Και τότε, η ανανέωση της ηγεσίας του κυβερνώντος κόμματος ενδέχεται να εμφανιστεί ως η βασική εξέλιξη, αντί για μια ουσιαστική αλλαγή πολιτικής κατεύθυνσης.
Η Νέα Δημοκρατία δεν χρειάζεται απαραίτητα να πείσει ξανά όλους όσοι απογοητεύτηκαν από αυτήν. Αρκεί οι αντίπαλοί της να εξακολουθούν να μην μπορούν να τους πείσουν ότι υπάρχει μια καλύτερη επιλογή.

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ