Τουρκία – Λιβύη: Η γεωπολιτική συμμαχία, το Αιγαίο και οι ανησυχίες για την ελληνική στρατηγική
Του Παύλου Γεωργίου Αιβαλιώτη, δημοσιογράφου – εκπαιδευτικού
Η ενίσχυση των σχέσεων Τουρκίας και Λιβύης, το τουρκολιβυκό μνημόνιο και οι εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο επαναφέρουν στο προσκήνιο κρίσιμα ερωτήματα για την ελληνική εξωτερική πολιτική και τη στρατηγική της Αθήνας απέναντι στις κινήσεις της Άγκυρας.
Το πρώτο τουρκολιβυκό μνημόνιο, που υπογράφηκε το 2019, αποτέλεσε σημείο καμπής για τις γεωπολιτικές ισορροπίες στην περιοχή. Επτά χρόνια αργότερα, οι εξελίξεις στη Λιβύη και η πορεία των σχέσεών της με την Τουρκία δημιουργούν νέα δεδομένα, τα οποία, κατά την άποψή μου, απαιτούν αυξημένη προσοχή από την ελληνική πλευρά.
Ας μην ξεχνάμε ότι η Λιβύη βυθίστηκε σε μια μακρά περίοδο συγκρούσεων μετά την πτώση του Μουαμάρ Καντάφι το 2011. Παρά τις προσπάθειες πολιτικής διευθέτησης, η κατανομή της εξουσίας στη χώρα εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από πολυπλοκότητα, με διαφορετικά κέντρα επιρροής να διεκδικούν ρόλο στις εξελίξεις.
Η Τουρκία, αξιοποιώντας αυτή την κατάσταση, επιδιώκει να ενισχύσει την παρουσία της και να διευρύνει την επιρροή της στη Λιβύη, προωθώντας παράλληλα τα συμφέροντά της στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η Άγκυρα προωθεί τη στρατηγική της
Η Τουρκία φαίνεται να αξιοποιεί συστηματικά τον χρόνο και τις περιφερειακές εξελίξεις για να προωθεί τους γεωπολιτικούς της στόχους. Το ερώτημα είναι κατά πόσο η Αθήνα καταφέρνει να αντιδρά εγκαίρως και να διαμορφώνει τις εξελίξεις, αντί να περιορίζεται στην παρακολούθησή τους.
Από την περασμένη άνοιξη, η ελληνική πλευρά παρακολουθεί τις κινήσεις της Άγκυρας γύρω από τη λεγόμενη «Γαλάζια Πατρίδα». Ωστόσο, η ουσία δεν βρίσκεται μόνο στο εάν και πότε θα υπάρξουν συγκεκριμένες νομοθετικές πρωτοβουλίες στην Τουρκία, αλλά και στο κατά πόσο η τουρκική στρατηγική εφαρμόζεται στην πράξη μέσα από διπλωματικές συμφωνίες και περιφερειακές συνεργασίες.
Η εκτίμησή μου είναι ότι η Άγκυρα δεν χρειάζεται να περιμένει την ολοκλήρωση κάθε νομοθετικής διαδικασίας για να προωθήσει τις επιδιώξεις της. Μπορεί να επιχειρεί να δημιουργήσει τετελεσμένα μέσα από πολιτικές και διπλωματικές κινήσεις, αμφισβητώντας ελληνικές θέσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Στο επίκεντρο αυτής της αντιπαράθεσης βρίσκονται τα ζητήματα της υφαλοκρηπίδας και των θαλάσσιων ζωνών, με ιδιαίτερη σημασία για την Κρήτη, τη Ρόδο, την Κάρπαθο και την Κάσο.
Η ελληνική διπλωματία καλείται να αντιμετωπίσει αυτές τις προκλήσεις με σταθερότητα, προετοιμασία και συγκεκριμένο σχεδιασμό.
Το μεταναστευτικό και η διάσταση της Λιβύης
Η συζήτηση για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν μπορεί να περιορίζεται αποκλειστικά στα θαλάσσια σύνορα και στις διπλωματικές συμφωνίες. Υπάρχει και η διάσταση του μεταναστευτικού, η οποία επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα των νησιών και των τοπικών κοινωνιών.
Η μείωση των μεταναστευτικών ροών προς τα νησιά του Βορείου Αιγαίου δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά στην επιτήρηση των συνόρων από τις ελληνικές αρχές. Οι πολιτικές επιλογές της Τουρκίας και οι μεταβολές στις διαδρομές των μεταναστών αποτελούν επίσης παράγοντες που πρέπει να εξετάζονται.
Την ίδια στιγμή, η Κρήτη βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξημένες αφίξεις από τη Λιβύη. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει τη σημασία της νότιας θαλάσσιας διαδρομής και την ανάγκη να εξεταστεί συνολικά η σχέση των μεταναστευτικών ροών με τις εξελίξεις στη Βόρεια Αφρική.
Η συνεργασία Τουρκίας και Λιβύης, επομένως, δεν αφορά μόνο τις θαλάσσιες διεκδικήσεις. Εντάσσεται σε ένα ευρύτερο περιφερειακό περιβάλλον, στο οποίο η Ελλάδα χρειάζεται να παρακολουθεί στενά τις πολιτικές και διπλωματικές ισορροπίες.
Το καλώδιο Ελλάδας – Κύπρου και η Ανατολική Μεσόγειος
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου, ένα έργο με ενεργειακή και γεωπολιτική διάσταση.
Οι εξελίξεις γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο επηρεάζουν το ευρύτερο περιβάλλον μέσα στο οποίο σχεδιάζονται και υλοποιούνται έργα στην Ανατολική Μεσόγειο. Ωστόσο, η πορεία της ηλεκτρικής διασύνδεσης εξαρτάται και από άλλους παράγοντες, όπως οι τεχνικές, οικονομικές και πολιτικές αποφάσεις που συνδέονται με την υλοποίησή της.
Σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα και η Κύπρος έχουν λόγους να επιδιώκουν τον στενό συντονισμό τους, τόσο σε ενεργειακό όσο και σε διπλωματικό επίπεδο.
Οι εξελίξεις δεν μπορούν να προβλεφθούν με βεβαιότητα. Εκείνο που χρειάζεται είναι προετοιμασία για διαφορετικά ενδεχόμενα και αποφυγή κινήσεων που θα μπορούσαν να περιορίσουν τις διαθέσιμες επιλογές των δύο χωρών.
Αρκούν οι ευρωπαϊκές δηλώσεις;
Η ελληνική διπλωματία δεν μπορεί να επαναπαύεται μόνο στις δηλώσεις υποστήριξης των Ευρωπαίων εταίρων.
Οι πολιτικές ανακοινώσεις έχουν σημασία, αλλά το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο συνοδεύονται από συγκεκριμένες πρωτοβουλίες και ουσιαστική διπλωματική πίεση.
Κατά την άποψή μου, η Ελλάδα θα πρέπει να εξετάσει με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα τις δυνατότητες αξιοποίησης των ευρωπαϊκών μηχανισμών, συμπεριλαμβανομένων των οικονομικών μέτρων, εφόσον συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις και υπάρχει η αναγκαία ευρωπαϊκή συναίνεση.
Παράλληλα, θεωρώ ότι πρέπει να παραμείνει στο τραπέζι η συζήτηση για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου, με βάση το διεθνές δίκαιο και μέσα από συντονισμένες διπλωματικές κινήσεις.
Οι επιλογές αυτές απαιτούν προσεκτική προετοιμασία, αξιολόγηση των συνεπειών και σαφή προσδιορισμό των στόχων που επιδιώκονται.
Ο ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών
Ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα αφορά τη στάση των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η αμερικανική πολιτική επηρεάζει τις ισορροπίες στην περιοχή, καθώς η Ουάσιγκτον διατηρεί σχέσεις με διαφορετικούς περιφερειακούς παράγοντες και επιδιώκει να εξυπηρετήσει ένα ευρύτερο πλέγμα στρατηγικών συμφερόντων.
Για την Ελλάδα, το ζητούμενο είναι να γνωρίζει πού υπάρχουν περιθώρια συνεργασίας, ποια ζητήματα μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συνεννόησης και σε ποια πεδία απαιτείται αυτοτελής ελληνικός σχεδιασμός.
Μια αμερικανική στάση που θα περιοριζόταν σε γενικές εκκλήσεις για αυτοσυγκράτηση, χωρίς ουσιαστική συμβολή στην αντιμετώπιση των προβλημάτων, θα μπορούσε να αφήσει την Αθήνα αντιμέτωπη με δύσκολες επιλογές.
Η Ελλάδα χρειάζεται στρατηγική με διάρκεια
Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις αναμένεται να εξακολουθήσουν να απασχολούν έντονα την πολιτική ζωή της χώρας. Το κρίσιμο ζητούμενο είναι να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις με ψυχραιμία, συνέπεια και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, χωρίς να υποτιμώνται οι κίνδυνοι αλλά και χωρίς να καλλιεργείται αδικαιολόγητη ανησυχία.
Η Ελλάδα χρειάζεται μια στρατηγική που δεν θα εξαρτάται αποκλειστικά από τις κινήσεις της Τουρκίας, αλλά θα στηρίζεται σε σταθερές συμμαχίες, ενεργή διπλωματία και αξιοποίηση του διεθνούς δικαίου.
Το μεγάλο ερώτημα παραμένει: Θα καταφέρει η Αθήνα να κινηθεί έγκαιρα και να διαμορφώσει τις εξελίξεις ή θα συνεχίσει να αντιδρά εκ των υστέρων στις πρωτοβουλίες της Άγκυρας;
Η απάντηση θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις επιλογές που θα γίνουν το επόμενο διάστημα, αλλά και από το κατά πόσο η Ελλάδα θα καταφέρει να συνδυάσει τη διπλωματική προετοιμασία με μια συνεκτική και μακρόπνοη στρατηγική.

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ