«Ο αξιωματικός καλά που ήταν παλαβός και γίν’τσι τσιουμπάν(ι)ς!» – Μια συγκλονιστική ιστορία από τον Μεσότοπο

 

Η προσωπική μαρτυρία του Κωνσταντίνου Σαραντίδη, που δημοσιεύτηκε στα «Μεσοτοπίτικα Νέα», φωτίζει μια άγνωστη πλευρά του πολέμου του 1940 και την προσπάθεια ενός πατέρα να προστατεύσει την οικογένειά του από την πείνα.

Μια ξεχωριστή ιστορία από τα χρόνια του Ελληνοϊταλικού Πολέμου και της Κατοχής στη Λέσβο επανέρχεται στο προσκήνιο μέσα από την Ομοσπονδία Λεσβιακών Συλλόγων Αττικής (ΟΛΣΑ).

Πρόκειται για την ιστορία του Πλάτωνα Σαραντίδη, έφεδρου αξιωματικού από τον Μεσότοπο, όπως την αφηγήθηκε ο γιος του, Κωνσταντίνος (Ντίνος) Σαραντίδης, σε κείμενο που δημοσιεύτηκε το 2014 στην εφημερίδα «Μεσοτοπίτικα Νέα».

Η επιστράτευση και ο αποχαιρετισμός στα τέσσερα παιδιά

Στις 29 Οκτωβρίου 1940, η διαταγή επιστράτευσης έφτασε και στον Μεσότοπο. Ο Πλάτων Σαραντίδης, 45 ετών τότε και πατέρας τεσσάρων παιδιών, κλήθηκε να παρουσιαστεί στις στρατιωτικές αρχές.

Πριν φύγει, συγκέντρωσε τα παιδιά του στην αυλή του σπιτιού και τους είπε λόγια που έμειναν χαραγμένα στη μνήμη της οικογένειας: αν δεν επέστρεφε από τον πόλεμο, θα έπρεπε να έχουν καύχημα ότι είχαν έναν τέτοιο πατέρα, που εκτέλεσε το καθήκον του απέναντι στην πατρίδα.

Η σύζυγός του, Μαριάνθη, τον αποχαιρέτησε με αγωνία, ενώ τα παιδιά έμειναν να αναρωτιούνται πού πήγαινε ο πατέρας τους και αν θα τον ξαναέβλεπαν.

Η απόφαση που ξάφνιασε τους πάντες

Ο Πλάτων παρέμεινε στη Μυτιλήνη κατά τη διάρκεια του πολέμου, χωρίς να μεταβεί στο μέτωπο. Ωστόσο, φαίνεται πως είχε αντιληφθεί ότι η οικογένειά του έπρεπε να προετοιμαστεί για τις δύσκολες ημέρες που θα ακολουθούσαν.

Στις αρχές του 1941 έστειλε, μέσω του στρατιώτη Στέλιου Βακάλη, 10.000 δραχμές στη σύζυγό του, δίνοντάς της εντολή να αγοράσει πρόβατα.

Η Μαριάνθη ξαφνιάστηκε. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ο άνδρας της, ένας έφεδρος αξιωματικός, της ζητούσε να ασχοληθεί με την κτηνοτροφία, ενώ η οικογένεια είχε τέσσερα παιδιά να μεγαλώσει.

Η χαρακτηριστική αντίδρασή της έδωσε αργότερα και τον τίτλο στην ιστορία: «Τσιουμπάν(ι)ς θα γέν(ι) ο αξιωματικός;».

Η αγορά των ζώων καθυστέρησε, καθώς πολλοί κτηνοτρόφοι δεν ήθελαν να πουλήσουν τα πρόβατά τους, επειδή είχαν και οι ίδιοι συγγενείς στο μέτωπο. Τελικά, η οικογένεια απέκτησε τα ζώα μετά την επιστροφή του Πλάτωνα στον Μεσότοπο, τον Μάιο του 1941.

Από αξιωματικός, κτηνοτρόφος για την επιβίωση

Με την έναρξη της γερμανικής Κατοχής, η οικογένεια βρέθηκε στο Ταβάρι. Οι συνθήκες ζωής έγιναν ιδιαίτερα δύσκολες, καθώς η πείνα και οι ελλείψεις σε τρόφιμα δοκίμαζαν τους κατοίκους του νησιού.

Ο Πλάτων Σαραντίδης είχε πλέον γίνει κτηνοτρόφος, φροντίζοντας έξι πρόβατα και δύο κατσίκες. Το γάλα που παρήγαγαν τα ζώα αποτελούσε πολύτιμη τροφή για τα παιδιά του, αλλά και για όσους βρίσκονταν στο σπίτι.

Μια χαρακτηριστική σκηνή από εκείνα τα χρόνια έμεινε στη μνήμη της οικογένειας. Βλέποντας τον πρώην αξιωματικό να μοιράζει ζεστό γάλα στους παρευρισκόμενους, ο Στέλιος Βακάλης σχολίασε χαρακτηριστικά ότι ευτυχώς ο αξιωματικός ήταν «παλαβός» και έγινε βοσκός.

Αυτό που αρχικά έμοιαζε παράλογο αποδείχθηκε μια κίνηση που βοήθησε την οικογένεια να αντιμετωπίσει τις στερήσεις της Κατοχής.

Μια ιστορία από τη Λέσβο που δεν πρέπει να ξεχαστεί

Ο Κωνσταντίνος Σαραντίδης αναρωτήθηκε εκ των υστέρων τι ήταν εκείνο που οδήγησε τον πατέρα του να πάρει αυτή την απόφαση. Στο κείμενό του καταγράφει την εκτίμηση που του μετέφερε ανώτατος αξιωματικός, σύμφωνα με την οποία ο Πλάτων, έχοντας πολεμική εμπειρία από προηγούμενες συγκρούσεις, πιθανόν να διαισθάνθηκε ότι οι δυσκολίες δεν θα τελείωναν με τις ελληνικές επιτυχίες στο αλβανικό μέτωπο.

Μια άλλη πιθανότητα που εξετάζει είναι να είχε λάβει κάποια ενημέρωση που τον έκανε να προετοιμαστεί για όσα θα ακολουθούσαν.

Όποια κι αν ήταν η πραγματική αιτία, η απόφασή του αποδείχθηκε σημαντική για την επιβίωση της οικογένειάς του.

Το κείμενο του Κωνσταντίνου (Ντίνου) Σαραντίδη, ο οποίος έφυγε από τη ζωή τον Σεπτέμβριο του 2024, αποτελεί μια πολύτιμη μαρτυρία για την καθημερινότητα των ανθρώπων της Λέσβου στον πόλεμο και την Κατοχή.

Μέσα από τις οικογενειακές αναμνήσεις, τις τοπικές εκφράσεις και τις μικρές ιστορίες της εποχής, αναδεικνύεται η προσπάθεια των απλών ανθρώπων να προστατεύσουν τα παιδιά τους και να επιβιώσουν σε μια από τις δυσκολότερες περιόδους της ελληνικής ιστορίας.

Μια ιστορία από τον Μεσότοπο που θυμίζει ότι, πολλές φορές, η πρόνοια ενός πατέρα και μια απόφαση που μοιάζει παράλογη μπορούν να αποδειχθούν καθοριστικές για το μέλλον μιας ολόκληρης οικογένειας.