Τα όπλα του 1940: Με τι πολέμησε ο Έλληνας στρατιώτης στο αλβανικό μέτωπο


Από τα θρυλικά Μάνλιχερ και τα πολυβόλα Χότσκις μέχρι τα ορειβατικά πυροβόλα που ακολουθούσαν τον στρατό στα βουνά. Ο οπλισμός, οι δυνατότητες και οι ελλείψεις του Ελληνικού Στρατού στον πόλεμο του 1940.

Όταν ακούμε για το Έπος του 1940, η σκέψη πηγαίνει στους στρατιώτες που πολέμησαν στα βουνά της Ηπείρου, στις δύσκολες καιρικές συνθήκες, στην πείνα και στις κακουχίες. Πίσω, όμως, από τις ιστορίες των ανθρώπων υπήρχε και ένας ολόκληρος μηχανισμός πολέμου: τουφέκια, πολυβόλα, όλμοι, πυροβόλα και χιλιάδες πυρομαχικά που έπρεπε να φτάνουν εγκαίρως στην πρώτη γραμμή.

Με ποια όπλα πολέμησε, λοιπόν, ο Έλληνας στρατιώτης όταν τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940 ξεκίνησε η ιταλική επίθεση;

Η απάντηση αποκαλύπτει μια ενδιαφέρουσα εικόνα. Ο Ελληνικός Στρατός διέθετε σημαντικό αριθμό όπλων, πολλά από τα οποία είχαν σχεδιαστεί αρκετά χρόνια νωρίτερα. Ο εξοπλισμός του ήταν ανομοιογενής, καθώς περιλάμβανε διαφορετικά συστήματα και διαμετρήματα, ενώ οι ελλείψεις σε σύγχρονα μέσα παρέμεναν υπαρκτές.

Το Μάνλιχερ: Το τουφέκι που συνδέθηκε με τον Έλληνα στρατιώτη

Ανάμεσα στα πιο χαρακτηριστικά όπλα της εποχής βρισκόταν το Mannlicher–Schönauer, γνωστό στην Ελλάδα ως «Μάνλιχερ».

Ήταν επαναληπτικό τυφέκιο αυστριακής σχεδίασης, το οποίο χρησιμοποιούσε φυσίγγια διαμετρήματος 6,5 χιλιοστών. Είχε ενταχθεί στον ελληνικό οπλισμό αρκετές δεκαετίες πριν από τον πόλεμο και παρέμενε βασικό όπλο του πεζικού.

Η παρουσία του στον Ελληνικό Στρατό είχε μακρά ιστορία. Οι Έλληνες στρατιώτες είχαν χρησιμοποιήσει όπλα της οικογένειας Μάνλιχερ ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, ενώ οι μεταγενέστερες εκδόσεις και ανακατασκευές συνέβαλαν στη διατήρησή τους σε υπηρεσία.

Δεν ήταν, ωστόσο, το μοναδικό τουφέκι του στρατού το 1940. Στις μονάδες υπήρχαν επίσης όπλα τύπου Μάουζερ, Λεμπέλ και Γκρα, γεγονός που δημιουργούσε πρόσθετες απαιτήσεις στην τροφοδοσία με πυρομαχικά και στην εξασφάλιση ανταλλακτικών.

Με άλλα λόγια, δεν χρησιμοποιούσαν όλοι οι Έλληνες στρατιώτες το ίδιο τουφέκι. Η ποικιλία του οπλισμού αποτελούσε ένα από τα πρακτικά προβλήματα που έπρεπε να αντιμετωπιστούν σε συνθήκες πολέμου.

Τα πολυβόλα Χότσκις και Σεντ Ετιέν

Εκτός από τα ατομικά τους όπλα, οι μονάδες πεζικού διέθεταν πολυβόλα και οπλοπολυβόλα για την υποστήριξη των στρατιωτών στη μάχη.

Ιδιαίτερη θέση είχαν τα γαλλικής σχεδίασης Hotchkiss, γνωστά στην Ελλάδα ως «Χότσκις». Χρησιμοποιούνταν σε διαφορετικές εκδόσεις και ρόλους, ενώ ο Ελληνικός Στρατός διέθετε και πολυβόλα Saint-Étienne, γνωστά ως «Σεντ Ετιέν».

Στον οπλισμό υπήρχαν ακόμη συστήματα Schwarzlose και Maxim, προερχόμενα από παλαιότερες προμήθειες και διαφορετικές στρατιωτικές περιόδους.

Η συνύπαρξη τόσων τύπων πολυβόλων σήμαινε ότι ο ανεφοδιασμός δεν ήταν μια απλή υπόθεση. Κάθε σύστημα απαιτούσε τα κατάλληλα πυρομαχικά, ανταλλακτικά και τεχνική υποστήριξη.

Σύμφωνα με στοιχεία που παρατίθενται σε ιστορικές καταγραφές για τον οπλισμό του Οκτωβρίου 1940, ο Ελληνικός Στρατός διέθετε περίπου 4.832 πολυβόλα και 12.200 οπλοπολυβόλα σε καλή κατάσταση. Οι αριθμοί αφορούν συνολικά αποθέματα και δεν σημαίνουν ότι όλα τα όπλα βρίσκονταν ταυτόχρονα στην πρώτη γραμμή.

Οι όλμοι που έδιναν υποστήριξη στο πεζικό

Σημαντικό ρόλο στις επιχειρήσεις είχαν και οι όλμοι, οι οποίοι μπορούσαν να υποστηρίζουν τις μονάδες πεζικού με πυρά σε θέσεις που δεν ήταν πάντοτε εύκολο να προσβληθούν από ευθύβολα όπλα.

Στον ελληνικό οπλισμό υπήρχαν όλμοι Brandt των 81 χιλιοστών. Η σχετικά ευκολότερη μεταφορά τους σε σύγκριση με μεγαλύτερα πυροβόλα τούς καθιστούσε χρήσιμους σε ένα πεδίο μάχης με δύσβατες διαδρομές και απότομες πλαγιές.

Οι ιστορικές καταγραφές αναφέρουν περίπου 315 τέτοιους όλμους στο διαθέσιμο ελληνικό οπλοστάσιο κατά την έναρξη του πολέμου.

Ωστόσο, οι αριθμοί από μόνοι τους δεν αποτυπώνουν ολόκληρη την εικόνα. Η αποτελεσματικότητα κάθε όπλου εξαρτιόταν από τη διαθεσιμότητα πυρομαχικών, την κατάσταση του υλικού και τη δυνατότητα μεταφοράς του εκεί όπου εξελισσόταν η μάχη.

Το πυροβολικό: Τα πυροβόλα που ακολουθούσαν τον στρατό στα βουνά

Στον πόλεμο του 1940, το πυροβολικό αποτελούσε κρίσιμο παράγοντα για την υποστήριξη του πεζικού. Οι ελληνικές μονάδες διέθεταν πυροβόλα διαφορετικών προελεύσεων, μεταξύ των οποίων συστήματα Schneider, Škoda και Krupp.

Ιδιαίτερα σημαντικά ήταν τα ορειβατικά πυροβόλα, τα οποία είχαν σχεδιαστεί ώστε να μπορούν να μεταφέρονται και να χρησιμοποιούνται σε δύσβατες περιοχές.

Η μορφολογία της Ηπείρου και της ορεινής ζώνης προς την Αλβανία δημιουργούσε τεράστιες δυσκολίες. Οι στενοί δρόμοι, οι λάσπες, οι βροχές και αργότερα τα χιόνια περιόριζαν τη μετακίνηση βαρέων υλικών. Σε αρκετές περιπτώσεις, η μεταφορά εφοδίων και οπλισμού εξαρτιόταν από ζώα και ανθρώπους.

Το πυροβολικό δεν ήταν, επομένως, απλώς θέμα αριθμού πυροβόλων. Έπρεπε να μεταφερθούν τα ίδια τα όπλα, τα βλήματα και τα αναγκαία εφόδια, συχνά μέσα σε ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες.

Ιστορικές καταγραφές για την έναρξη του πολέμου αναφέρουν περίπου 905 πυροβόλα μάχης στο διαθέσιμο ελληνικό οπλοστάσιο. Στον αριθμό περιλαμβάνονταν διαφορετικοί τύποι και διαμετρήματα, ενώ η πραγματική επιχειρησιακή διαθεσιμότητα διέφερε ανά μονάδα και περιοχή.

Αντιαεροπορικά και αντιαρματικά: Τα μέσα που δεν επαρκούσαν

Η ελληνική άμυνα δεν στηριζόταν μόνο στα τουφέκια και στο πυροβολικό. Χρειαζόταν επίσης μέσα για την αντιμετώπιση εχθρικών αεροσκαφών και τεθωρακισμένων οχημάτων.

Στο αντιαεροπορικό πυροβολικό υπήρχαν συστήματα όπως τα Krupp, Bofors και Rheinmetall. Οι ανάγκες, όμως, ήταν μεγάλες, καθώς οι δυνατότητες της Ιταλίας σε αεροπορικά μέσα ήταν σημαντικές.

Στον αντιαρματικό οπλισμό η κατάσταση ήταν ακόμη πιο περιορισμένη. Οι σχετικές καταγραφές αναφέρουν περίπου 24 αντιαρματικά πυροβόλα Rheinmetall κατά την έναρξη των επιχειρήσεων.

Η έλλειψη επαρκών σύγχρονων αντιαρματικών και αντιαεροπορικών μέσων ήταν ένα από τα μειονεκτήματα που αντιμετώπιζε ο Ελληνικός Στρατός. Η προετοιμασία των προηγούμενων ετών είχε καλύψει πολλές ανάγκες, αλλά δεν είχε εξαφανίσει όλα τα κενά.

Πόσα όπλα διέθετε συνολικά ο Ελληνικός Στρατός;

Οι ιστορικές καταγραφές που αναφέρονται στον διαθέσιμο οπλισμό κατά τον Οκτώβριο του 1940 δίνουν την ακόλουθη συνοπτική εικόνα:

  • 459.650 τυφέκια, μεταξύ άλλων Μάνλιχερ, Μάουζερ, Λεμπέλ και Γκρα.
  • 4.832 πολυβόλα, από διάφορους τύπους.
  • 12.200 οπλοπολυβόλα, κυρίως Χότσκις.
  • 315 όλμοι Brandt των 81 χιλιοστών.
  • 905 πυροβόλα μάχης, διαφόρων τύπων.
  • 190 αντιαεροπορικά πυροβόλα.
  • 24 αντιαρματικά πυροβόλα.

Οι αριθμοί αυτοί παρατίθενται σε δευτερογενείς ιστορικές παρουσιάσεις που βασίζονται σε στοιχεία για την προπολεμική προετοιμασία του Ελληνικού Στρατού. Για την ακριβή κατανομή, την κατάσταση και την επιχειρησιακή διαθεσιμότητα κάθε κατηγορίας απαιτείται εξέταση των αναλυτικών πινάκων της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού.

Η διάκριση έχει σημασία: άλλο ο συνολικός οπλισμός που υπήρχε στις αποθήκες και στις μονάδες και άλλο ο αριθμός των όπλων που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν άμεσα σε μια συγκεκριμένη μάχη.

Το μεγάλο πρόβλημα δεν ήταν μόνο τα όπλα

Η Ελλάδα είχε ξεκινήσει από τα προηγούμενα χρόνια προσπάθεια ανασυγκρότησης και ενίσχυσης του στρατού της. Η περίοδος μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή είχε αφήσει σοβαρά προβλήματα σε εξοπλισμό και εφόδια, ενώ οι οικονομικές δυνατότητες της χώρας περιόριζαν τις επιλογές.

Σταδιακά έγιναν προμήθειες και επισκευές, όμως ο οπλισμός παρέμενε ανομοιογενής. Υπήρχαν διαφορές στην ηλικία, στην κατάσταση και στις απαιτήσεις συντήρησης των όπλων, ενώ ιδιαίτερη σημασία είχαν τα αποθέματα πυρομαχικών.

Και όταν ξεκίνησαν οι επιχειρήσεις, το πρόβλημα της μεταφοράς έγινε εξίσου κρίσιμο με το πρόβλημα της προμήθειας. Τα όπλα έπρεπε να φτάσουν στο μέτωπο, τα πυρομαχικά να ακολουθήσουν και οι μονάδες να συνεχίσουν να ανεφοδιάζονται παρά τις δύσκολες καιρικές συνθήκες και το ορεινό έδαφος.

Η πολεμική προσπάθεια δεν κρινόταν μόνο από το αν υπήρχε ένα όπλο, αλλά και από το αν ήταν λειτουργικό, αν διέθετε τα κατάλληλα πυρομαχικά και αν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εκεί όπου το χρειαζόταν ο στρατιώτης.

Τα λάφυρα και η αξιοποίηση του εχθρικού υλικού

Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων, ο Ελληνικός Στρατός αξιοποίησε και οπλισμό που περιήλθε στην κατοχή του από τον αντίπαλο.

Οι ιστορικές καταγραφές αναφέρουν ότι στη διάρκεια του πολέμου προστέθηκαν στα διαθέσιμα αποθέματα, μεταξύ άλλων, χιλιάδες τυφέκια, πολυβόλα, οπλοπολυβόλα, όλμοι και πυροβόλα.

Η αξιοποίηση των λαφύρων δεν σήμαινε, βέβαια, ότι κάθε καταληφθέν όπλο μπορούσε να χρησιμοποιηθεί αμέσως. Χρειαζόταν να εξεταστεί η κατάστασή του και να εξασφαλιστούν τα κατάλληλα πυρομαχικά και ανταλλακτικά.

Παρά τις δυσκολίες, η δυνατότητα αξιοποίησης διαθέσιμου υλικού αποτελούσε έναν ακόμη τρόπο ενίσχυσης των ελληνικών δυνάμεων.

Το πραγματικό αποτύπωμα του οπλισμού του 1940

Ο οπλισμός του Ελληνικού Στρατού το 1940 δεν ήταν ομοιόμορφος ούτε πλήρως σύγχρονος. Περιλάμβανε όπλα διαφορετικών εποχών και κατασκευαστών, με υπαρκτές ελλείψεις σε ορισμένες κατηγορίες.

Κι όμως, αυτός ο εξοπλισμός χρησιμοποιήθηκε σε έναν πόλεμο που εξελίχθηκε σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες. Οι στρατιώτες έπρεπε να πολεμήσουν σε ορεινό έδαφος, να αντιμετωπίσουν το κρύο και να διατηρήσουν τις γραμμές ανεφοδιασμού τους.

Η ιστορία των όπλων του 1940 είναι, τελικά, και ιστορία της προετοιμασίας, της συντήρησης, των εφοδίων και των ανθρώπων που τα χρησιμοποιούσαν.

Πίσω από κάθε αριθμό βρίσκεται ένας στρατιώτης που έπρεπε να γνωρίζει το όπλο του, να το συντηρεί και να συνεχίζει να πολεμά σε συνθήκες που συχνά ξεπερνούσαν τα όρια της ανθρώπινης αντοχής.

Γιατί το Έπος του 1940 δεν γράφτηκε από τα όπλα από μόνα τους. Γράφτηκε από τους ανθρώπους που κλήθηκαν να τα χρησιμοποιήσουν, μέσα σε έναν πόλεμο που άλλαξε την ιστορία της Ελλάδας.