Λέσβος: Καλύτερη η φετινή ελιά, αλλά ποιος θα τη μαζέψει; Οι χαμηλές τιμές και το κόστος απειλούν τη νέα σοδειά


Καλύτερη σε σχέση με πέρυσι εμφανίζεται η φετινή ελαιοπαραγωγή στη Λέσβο, όμως πίσω από τον περισσότερο καρπό κρύβεται μια δύσκολη οικονομική εξίσωση. Οι τιμές παραγωγού παραμένουν χαμηλές, το κόστος συγκομιδής είναι υψηλό, τα εργατικά χέρια δεν επαρκούν και ο δάκος συνεχίζει να αποτελεί σοβαρό παράγοντα κινδύνου.

Η νέα ελαιοκομική περίοδος 2026-2027 πλησιάζει και το μεγάλο ερώτημα για τους παραγωγούς της Λέσβου δεν είναι πλέον μόνο πόσο καρπό θα δώσουν τα δέντρα.

Είναι αν ο καρπός αυτός θα μπορέσει τελικά να συγκομιστεί με τρόπο που να αφήνει εισόδημα στον παραγωγό.

Η εικόνα στους ελαιώνες είναι σαφώς πιο αισιόδοξη σε αρκετές περιοχές του νησιού. Η καρπόδεση ήταν καλύτερη από την προηγούμενη χρονιά, οι βροχοπτώσεις βοήθησαν σημαντικά τα δέντρα και σε αρκετές ζώνες ο καρπός έχει αναπτυχθεί ικανοποιητικά. Η εικόνα, ωστόσο, δεν είναι ίδια παντού.

Όπως ανέφερε στην ΕΡΤ Βορείου Αιγαίου ο ελαιοπαραγωγός, ελαιοτριβέας και τυποποιητής Μιχάλης Τζωρτζής, υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις από περιοχή σε περιοχή, με αρκετούς ελαιώνες σε χαμηλότερα υψόμετρα και κοντά στη θάλασσα να παρουσιάζουν καλύτερη εικόνα.

Και αυτό είναι ίσως το παράδοξο της φετινής χρονιάς:

Η φύση δείχνει να δίνει στον παραγωγό μια δεύτερη ευκαιρία, αλλά η αγορά δεν του εξασφαλίζει ότι αξίζει να την αξιοποιήσει.

Ένας τεράστιος ελαιώνας που αλλάζει

Η Λέσβος δεν είναι ένας τόπος όπου η ελιά αποτελεί απλώς μία ακόμη καλλιέργεια.

Ο ελαιώνας του νησιού αποτελεί ένα από τα βασικότερα στοιχεία της οικονομικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής του ταυτότητας. Εκτείνεται σε εκατοντάδες χιλιάδες στρέμματα και περιλαμβάνει περίπου 11 εκατομμύρια ελαιόδεντρα, με την Κολοβή ή Μυτιληνιά και την Αδραμυτιανή να αποτελούν τις κυριότερες ποικιλίες.

Για γενιές ο κύκλος της ζωής στα χωριά της Λέσβου ήταν συνδεδεμένος με την ελιά. Το κλάδεμα, το καθάρισμα, η προετοιμασία του ελαιώνα και τελικά η συγκομιδή αποτελούσαν σχεδόν αυτονόητες εργασίες.

Σήμερα αυτή η εικόνα έχει αλλάξει.

Σε αρκετούς ελαιώνες η ανθρώπινη παρουσία είναι πλέον περιορισμένη. Η γήρανση του αγροτικού πληθυσμού, η εγκατάλειψη μικρών και δύσβατων κτημάτων, η έλλειψη εργατικών χεριών και το κόστος των καλλιεργητικών εργασιών έχουν δημιουργήσει έναν φαύλο κύκλο.

Και όταν η τιμή του προϊόντος υποχωρεί, η εγκατάλειψη γίνεται ακόμη πιο εύκολη.

Οι τιμές δεν αφήνουν πολλά περιθώρια

Η εικόνα της αγοράς εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τον προβληματισμό των παραγωγών.

Στις 18 Σεπτεμβρίου 2026, τα διαθέσιμα στοιχεία αγοράς έδειχναν για την Ελλάδα μέση τιμή περίπου 3,75 ευρώ το κιλό για το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο. Την ίδια ημέρα, στην Ισπανία, η αντίστοιχη μέση τιμή ήταν περίπου 3,38 ευρώ το κιλό, με σημαντικές διαφοροποιήσεις ανά περιοχή και ποιότητα.

Πρόκειται για επίπεδα που απέχουν σημαντικά από τα υψηλά των προηγούμενων ετών.

Και εδώ βρίσκεται το πρόβλημα για τον παραδοσιακό λεσβιακό ελαιώνα.

Το κόστος παραγωγής δεν είναι ίδιο για όλους.

Ένας επίπεδος και εύκολα προσβάσιμος ελαιώνας μπορεί να επιτρέψει μεγαλύτερη χρήση μηχανημάτων και χαμηλότερο κόστος συγκομιδής. Στη Λέσβο, όμως, μεγάλο μέρος της παραγωγής προέρχεται από παλιούς, παραδοσιακούς και δύσβατους ελαιώνες, όπου η συγκομιδή απαιτεί περισσότερα εργατικά χέρια και περισσότερο χρόνο.

Έτσι, τα 3,50 ή 4 ευρώ το κιλό δεν έχουν την ίδια αξία για όλους τους παραγωγούς.

Για έναν εύκολο ελαιώνα μπορεί να αποτελούν μια δύσκολη αλλά διαχειρίσιμη τιμή.

Για έναν ορεινό, κατακερματισμένο και δύσβατο ελαιώνα μπορεί να σημαίνουν ότι η συγκομιδή πλησιάζει επικίνδυνα στο όριο της οικονομικής βιωσιμότητας.

Και το μεγάλο πρόβλημα είναι τα εργατικά χέρια

Ακόμη και αν ένας παραγωγός αποφασίσει να συγκομίσει, υπάρχει ένα δεύτερο ερώτημα:

Ποιος θα κάνει τη δουλειά;

Η έλλειψη εργατικών χεριών αποτελεί πλέον ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της ελληνικής γεωργίας και η ελαιοκομία είναι από τους κλάδους που το αντιμετωπίζουν με ιδιαίτερη ένταση.

Στη Λέσβο το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο λόγω της μορφολογίας και της ηλικίας πολλών ελαιώνων.

Δεν αρκεί να υπάρχει διαθέσιμο εργατικό δυναμικό.

Πρέπει να μπορεί να φτάσει στον συγκεκριμένο ελαιώνα, να εργαστεί σε δύσκολες συνθήκες και να παραμείνει για όσο διάστημα απαιτείται μέχρι να ολοκληρωθεί η συγκομιδή.

Και όσο αυξάνεται το κόστος των εργατικών, τόσο μεγαλώνει η πίεση πάνω στην τελική τιμή του προϊόντος.

Η εξίσωση γίνεται επομένως ολοένα πιο δύσκολη:

τιμή ελαιολάδου – εργατικά – καλλιεργητικές εργασίες – μεταφορά – ελαιοτριβείο – κόστος παραγωγής.

Αν το αποτέλεσμα είναι αρνητικό, ο παραγωγός βρίσκεται μπροστά σε μια σκληρή επιλογή.

Να μαζέψει τις ελιές και να καταγράψει ζημιά ή να αφήσει μέρος του καρπού πάνω στα δέντρα;

Ο δάκος παραμένει ο μεγάλος απρόβλεπτος παράγοντας

Στην εξίσωση μπαίνει και ο δάκος.

Η προστασία της παραγωγής αποκτά ιδιαίτερη σημασία όσο πλησιάζουμε στη συγκομιδή, καθώς οι προσβολές μπορούν να επηρεάσουν τόσο την ποσότητα όσο και, κυρίως, την ποιότητα του παραγόμενου ελαιολάδου.

Στη Λέσβο βρίσκεται σε εξέλιξη η τέταρτη διαβροχή κατά του δάκου, η οποία ξεκίνησε στις 16 Σεπτεμβρίου. Η εφαρμογή, ωστόσο, δεν πραγματοποιήθηκε ταυτόχρονα σε όλους τους τομείς, καθώς σε συγκεκριμένες περιοχές υπήρχαν περιορισμοί λόγω της παρουσίας ενεργών κρουσμάτων αφθώδους πυρετού και της ανάγκης ολοκλήρωσης των σχετικών ιχνηλατήσεων.

Το γεγονός αυτό προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας σε μια περίοδο κατά την οποία ο παραγωγός χρειάζεται όσο το δυνατόν μεγαλύτερη προστασία της παραγωγής του.

Περισσότερη παραγωγή στη Μεσόγειο, μεγαλύτερη πίεση στην αγορά

Το πρόβλημα της Λέσβου δεν μπορεί να εξεταστεί απομονωμένα.

Το ελαιόλαδο είναι διεθνές προϊόν και οι εξελίξεις στην Ισπανία, την Ιταλία, την Ελλάδα και τις υπόλοιπες παραγωγικές χώρες της Μεσογείου επηρεάζουν άμεσα τις τιμές που φτάνουν μέχρι τον Έλληνα παραγωγό.

Η αποκλιμάκωση των τιμών έχει ήδη αρχίσει να επηρεάζει θετικά τη ζήτηση σε ορισμένες διεθνείς αγορές, καθώς το ελαιόλαδο γίνεται πιο προσιτό στους καταναλωτές μετά την περίοδο των πολύ υψηλών τιμών. Οι ευρωπαϊκές εξαγωγές αναμένεται να κινηθούν ανοδικά σε όγκο, καθώς η χαμηλότερη τιμή ενισχύει την κατανάλωση.

Αυτό όμως δεν σημαίνει αυτομάτως καλύτερο εισόδημα για τον παραγωγό.

Η αύξηση της ζήτησης μπορεί να λειτουργήσει θετικά για την αγορά, αλλά όταν ταυτόχρονα υπάρχουν μεγάλες διαθέσιμες ποσότητες από τις μεγάλες παραγωγούς χώρες, η πίεση στις τιμές παραμένει.

Η Ισπανία εξακολουθεί να αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την ευρωπαϊκή αγορά και οι τιμές της ισπανικής παραγωγής επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό το διεθνές επίπεδο τιμών. Τα σημερινά δεδομένα δείχνουν ότι η αγορά έχει πλέον περάσει από την περίοδο της μεγάλης έλλειψης σε μια φάση μεγαλύτερης προσφοράς.

Το μεγάλο στοίχημα είναι να μη χαθεί ο λεσβιακός ελαιώνας

Και εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο ζήτημα για τη Λέσβο.

Δεν είναι μόνο η φετινή τιμή.

Δεν είναι μόνο το ημερομίσθιο.

Δεν είναι μόνο ο δάκος.

Είναι το αν οι παραδοσιακοί ελαιώνες του νησιού μπορούν να συνεχίσουν να καλλιεργούνται.

Γιατί όταν ένας ελαιώνας εγκαταλείπεται για μία χρονιά, μπορεί να υπάρξει επιστροφή. Όταν όμως εγκαταλείπεται για πολλά χρόνια, η επιστροφή γίνεται πολύ δυσκολότερη.

Το κλάδεμα, ο καθαρισμός, η αντιμετώπιση των ασθενειών, η προστασία από τον δάκο και όλες οι υπόλοιπες εργασίες απαιτούν χρόνο και χρήμα. Ένας εγκαταλειμμένος ελαιώνας δεν επανέρχεται εύκολα στην παραγωγή.

Και η Λέσβος δεν έχει την πολυτέλεια να χάσει σταδιακά ένα τόσο μεγάλο παραγωγικό κεφάλαιο.

Δεν χρειάζεται μόνο μια καλύτερη τιμή – χρειάζεται σχέδιο

Η συζήτηση για το μέλλον της λεσβιακής ελαιοκομίας δεν μπορεί να περιοριστεί στο «να ανέβει η τιμή».

Χρειάζεται συνολικότερος σχεδιασμός.

Χρειάζεται να αντιμετωπιστεί το κόστος συγκομιδής, η έλλειψη εργατικών χεριών, η εγκατάλειψη των ελαιώνων, η αποτελεσματικότητα της δακοκτονίας και η πρόσβαση του λεσβιακού ελαιολάδου στις αγορές.

Παράλληλα, η τυποποίηση και η ανάδειξη του ποιοτικού λεσβιακού ελαιολάδου μπορούν να αποτελέσουν ένα σημαντικό κομμάτι της λύσης. Η πώληση ενός προϊόντος με ταυτότητα, προέλευση και προστιθέμενη αξία μπορεί να δημιουργήσει διαφορετικές δυνατότητες από την απλή διάθεση χύμα προϊόντος.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι το χύμα ελαιόλαδο μπορεί να πάψει να αποτελεί μέρος της αγοράς. Σημαίνει ότι χρειάζεται να αυξηθεί το ποσοστό της αξίας που επιστρέφει τελικά στον παραγωγό.

Γιατί το ζητούμενο δεν είναι απλώς να παραχθεί περισσότερο λάδι.

Το ζητούμενο είναι να μπορεί ο παραγωγός να συνεχίσει να παράγει.

Η φετινή εικόνα δίνει στη Λέσβο μια σημαντική ευκαιρία. Τα δέντρα σε αρκετές περιοχές έχουν περισσότερο καρπό, οι βροχές βοήθησαν και οι προσδοκίες για την παραγωγή είναι καλύτερες από πέρυσι.

Όμως ο πραγματικός απολογισμός της ελαιοκομικής περιόδου δεν θα γίνει τώρα.

Θα γίνει όταν οι ελιές κατέβουν από τα δέντρα, περάσουν από τα ελαιοτριβεία και το πρώτο νέο λάδι της χρονιάς πάρει τιμή.

Τότε θα φανεί αν η καλύτερη φετινή παραγωγή θα μετατραπεί και σε καλύτερο εισόδημα για τον Λέσβιο ελαιοπαραγωγό.

Γιατί σήμερα, το μεγαλύτερο ερώτημα δεν είναι αν η Λέσβος έχει ελιές.

Είναι αν θα εξακολουθήσει να έχει ανθρώπους που μπορούν και θέλουν να τις μαζέψουν.