Πλωμάρι: Η πατρίδα του Ούζου


Το Πλωμάρι είναι η πρώτη σε πληθυσμό κωμόπολη της Λέσβου μετά την πόλη της Μυτιλήνης. Βρίσκεται στα νότια παράλια του νησιού και θεωρείται παραδοσιακός οικισμός.

Χτίστηκε στη σημερινή του θέση γύρω στο 1842, όταν εξέλειπε ο φόβος των πειρατών. Είναι σημαντικό λιμάνι με μεγάλη εμπορική και τουριστική κίνηση, πνευματική ζωή, πολλά αξιοθέατα και ωραίες παραλίες. Αναδείχτηκε ως το μεγαλύτερο βιοτεχνικό, εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο της Λέσβου, μετά την πρωτεύουσα, τη Μυτιλήνη, μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα. Το διασχίζει ο χείμαρρος Σεδούντας, γι’ αυτό παλαιότερα λεγόταν και Ποταμός. Η ονομασία Πλωμάρι αποδίδεται, κατά μία εκδοχή, στο φυτό φλόμος.

Ο Άγιος Νικόλαος και η Παναγία η Κρυφτή

Ο ναός του αγίου Νικολάου είναι ο καθεδρικός του Πλωμαρίου. Χτίστηκε σύμφωνα με την επιγραφή που είναι εντοιχισμένη στον τοίχο του ναού, το 1847. Συγκεκριμένα, η επιγραφή αναφέρει “τω 1847 Μαΐου 8”. Στην θέση, όπου χτίστηκε ο ιερός ναός, δεξιά του ποταμού Σεδούντα, υπήρχε παλαιό ξωκκλήσι του αγίου Νικολάου. Εκεί ήταν περιβόλι από λεμονιές και πορτοκαλιές, που δωρήθηκε προς την ανέγερση του ιερού ναού. Δια την άδεια “φιρμάνι” του ιερού ναού φρόντισε ο ιατρός Απόστολος Ρεπάνης, ο οποίος ήταν ο προσωπικός ιατρός του Σουλτάνου στην Κωνσταντινούπολη. Για τον αρχιτέκτονα γνωρίζουμε, ότι οι κάτοικοι του Πλωμαρίου, όταν αποφάσισαν να χτίσουν την μεγάλη εκκλησία του αγίου Νικολάου, έφεραν από την Αγιάσο τον Κάλφα, που έχτισε τον ναόν της Παναγίας και τον ανέθεσαν να χτίσει με τα ίδια αρχιτεκτονικά σχέδια την δική τους εκκλησία. Ο ρυθμός είναι τρίκλιτος βασιλική του Λεσβιακού τύπου και η στέγη ξύλινη με κεραμοσκεπή. Η πρώτη θεία λειτουργία τελέσθηκε τον Μάιο του 1847.


Στα Δυτική της παραλίας “Μελίντα” ακολουθώντας ένα μονοπάτι, που μόνο οι ντόπιοι ξέρουν καλά, είναι το ξωκκλήσι της Κρυφής Παναγιάς. Το ξωκκλήσι αυτό είναι κρυμμένο εξ ολοκλήρου στην ευρύχωρη σπηλιά ενός βράχου. Σύμφωνα με την παράδοση, αφού κρύφτηκε εκεί μία κοπέλα με το παιδί της, κυνηγημένη από τους Τούρκους σώθηκε και έταξε στην Παναγιά, τη σπηλιά αυτή να την κάνει εκκλησία. Απότομα βράχια που στις ρίζες τους αναβλύζουν ζεστά νερά, αντικατοπτρίζονται μέσα στο γαλαζοπράσινο του Αιγαίου, κρύβοντας διακριτικά την εικόνα της Παναγιάς.

Η σαπωνοποιία στο Πλωμάρι

Η σαπωνοποιία Πλωμαρίου αναπτύχθηκε ιδιαίτερα κατά τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά. Παράγονταν τέσσερα είδη σαπουνιών: πράσινο σαπούνι, σαπούνι Μασσαλίας, αρωματικά σαπούνια και λευκό σαπούνι. Τα εργοστάσια σαπουνιών του Πλωμαριού ήταν κατανεμημένα σε τέσσερις περιοχές. Από το 1912 μέχρι το 1928 το σαπούνι ταξίδευε με τους Κοντραμπατζήδες στα Μικρασιατικά παραλία, με τουρκικές σφραγίδες για ν’ αποφευχθεί η υψηλή φορολογία.

Ένα από τα σαπωνοποιία που λειτουργούν σήμερα σαν μουσείο είναι το σαπωνοποιείο Πούλια. Εκεί εκτίθενται εργαλεία παρασκευής του σαπουνιού, ετικέτες, περιτυλίγματα, καζάνια, καθώς και αντικείμενα των ιδιοκτητών του παλιού εργοστασίου. Στους κατάλληλα διαμορφωμένους χώρους του φιλοξενούνται ένα πλήθος από εκδηλώσεις και συνέδρια. Σήμερα λειτουργεί και ως πολιτιστικό κέντρο του Δήμου Πλωμαρίου.

Η παράδοση στο ούζο

Αν είναι για κάτι φημισμένο το Πλωμάρι σε ολόκληρη την Ελλάδα και τον κόσμο αυτό είναι του ούζο του. Το Πλωμάρι έχει μακρά παράδοση στην παραγωγή του Ούζου. Το Ούζο ξεκίνησε να παράγεται το 19ο αιώνα από ελληνικές οικογένειες. Μέχρι και σήμερα αποστάζεται με τον ίδιο παραδοσιακό τρόπο. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε, ότι το Πλωμάρι θεωρείται η πατρίδα του Ούζου. Ο νησιώτικος χαρακτήρας των ντόπιων έδεσε με το δυνατό μυρωδάτο ποτό που τους ταξίδευε μακριά, όταν δεν ταξίδευαν με τα καράβια τους. Χάρη σε αυτούς τους λόγους ξεκίνησε η παραγωγή Ούζου στο Πλωμάρι. Ταυτόχρονα αναπτύχθηκε τόσο το εμπόριο, όσο και οι εξαγωγές του.

Μουσεία Ούζου


Σήμερα υπάρχουν 2 μουσεία ούζου στο Πλωμάρι. Το ένα ονομάζεται “Ο κόσμος του Ούζου” του Ισίδωρου Αρβανίτη και το άλλο “Μουσείο Ούζου Βαρβαγιάννη” του Ευστάθιου Βαρβαγιάννη.
Ο Ισίδωρος Αρβανίτης ήταν ένας επίμονος και τελειομανής Πλωμαρίτης, που είχε όραμα να δημιουργήσει το Ούζο. που θα ξεχώριζε από όλα τα υπόλοιπα και θα γινόταν ξακουστό στην Ελλάδα και στον κόσμο. Έτσι, το 1894, ξεκίνησε την αναζήτηση των ιδανικών εκείνων υλικών που θα τον βοηθούσαν να φτιάξει την τέλεια συνταγή. Αφού ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο και μετά από πολλούς πειραματισμούς απόσταξης, δημιούργησε την περίφημη, μυστική συνταγή του Ούζου Πλωμαρίου. Χρησιμοποιώντας μοναδικά υλικά, τα οποία ταίριαξε στις σωστές αναλογίες, έδωσε στο Ούζο του τη γεύση ακριβώς που ονειρευόταν: Μία γεύση που να δένει με την παράδοση, ένα ποτό καθαρό σαν το κύμα του Αιγαίου. Το αποστακτήριο του Ούζου Πλωμαρίου Ισιδώρου Αρβανίτουβρίσκεται σε έναν υπέροχο ελαιώνα. Γιορτάζοντας περισσότερα από 120 χρόνια ιστορίας και παράδοσης, το αποστακτήριο άνοιξε τις πύλες του στο ευρύ κοινό, και εγκαινίασε το Μουσείο Ούζου: «Ο Κόσμος του Ούζου»

Ο Ευστάθιος Ι. Βαρβαγιάννης (1805-1873) έφτασε στο Πλωμάρι της Λέσβου γύρω στα 1860, φορτωμένος με την εμπειρία και τη γνώση της απόσταξης από την Οδησσό της Ρωσίας. Εκεί ξεκίνησε τη διαδικασία της πρώτης απόσταξης και την παραγωγή του άριστης ποιότητας ούζου. Από τότε έγινε γνωστό με την ονομασία Ούζο Βαρβαγιάννη Μπλε. Στα χρόνια που πέρασαν, πέντε γενιές της οικογένειας ακολούθησαν την πορεία που χάραξε ο Βαρβαγιάννης. Σήμερα, δίπλα στα σύγχρονα, ιδιόκτητα αποστακτήρια της Ποτοποιίας βρίσκεται το Μουσείο του Ούζου της οικογένειας Βαρβαγιάννη. Στο μουσείο εκτίθενται τα πρώτα εργαλεία, που χρησίμευαν για την εμφιάλωση και την επικόλληση της διάσημης Μπλε ετικέτας. Ακόμα εκεί βρίσκεται το πρώτο καζάνι, που κατασκευάστηκε το 1858 στην Κωνσταντινούπολη.

Σπουδαίοι Πλωμαρίτες


Ο Βενιαμίν Λέσβιος ήταν εκπρόσωπος του νεοελληνικού Διαφωτισμού, μοναχός και λόγιος, μυημένος στη Φιλική Εταιρεία και πολιτικός κατά την ελληνική επανάσταση. Γεννήθηκε το 1759 στο Πλωμάρι. Βαφτίστηκε μάλλον Βασίλειος, ενώ όταν αργότερα έγινε ιερομόναχος πήρε το όνομα Βενιαμίν. Γύρω στα 1790 πηγαίνει στο πανεπιστήμιο της Πίζας και εν συνεχεία στην Πολυτεχνική σχολή του Παρισιού. Στη γαλλική πρωτεύουσα παράλληλα με τις σπουδές του των θετικών επιστημών και της φιλοσοφίας μελετά και έργα εκπροσώπων του ευρωπαϊκού διαφωτισμού. Κατά τη διάρκεια της εκεί πολύχρονης παραμονής του γνωρίζεται με τον Κοραή και εισέρχεται στον κύκλο των Ελλήνων λογίων της διασποράς. Το 1820 μυείται στην Φιλική Εταιρία. Στο εξής η διδασκαλική του δράση θα συνδυάζεται με προσπάθειες απελευθερωτικού χαρακτήρα. Μετά την έναρξη της επανάστασης μεταβαίνει στις Κυδωνιές με σκοπό να συγκεντρώσει πολεμοφόδια για τον αγώνα από κοινού με τον Παπαφλέσσα. Η δράση του ανακόπτεται το Σεπτέμβριο του 1824, οπότε πεθαίνει στο Ναύπλιο έχοντας προσβληθεί από τύφο.

Ο Λουκάς Γεραλής, γεννήθηκε το 1871. Ο πατέρας του Λουκά Γεραλή, θέλοντας να τον κάνει έμπορο, τον έστειλε στη Σμύρνη. Στην πρωτεύουσα όμως της Ιωνίας αισθάνθηκε μια έντονη κλίση προς τη ζωγραφική και ζητούσε δάσκαλο για να πάρει τα πρώτα του μαθήματα. Τα ηθογραφικά στοιχεία που βλέπουμε στα έργα του, μας δείχνουν έναν άνθρωπο, που αγαπά τους τύπους του χωριού σε διάφορες εκφάνσεις της καθημερινότητάς τους. Εμπνέεται από τις αιγαιοπελαγίτικες ομορφιές, αλλά και από τις δουλειές της υπαίθρου. Έργα του βρίσκονται στην Εθνική Πινακοθήκη, στο Μουσείο Μπενάκη, στη Βουλή των Ελλήνων, στο Ναυτικό Μουσείο, στην αίθουσα διαπιστευτηρίων του Προεδρικού Μεγάρου καθώς και σε πλήθος ιδιωτικών συλλογών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Οι άνθρωποι απ’ το Πλωμάρι που ξεχωρίζουν είναι αμέτρητοι. Από τον Βενιαμίν τον Λέσβιο έως τον Λουκά Γεραλή και από τον Βαρβαγιάννη έως τον Αρβανίτη, όλοι, με τον δικό τους τρόπο βοήθησαν στην ανάδειξη του Πλωμαρίου. Άνθρωποι με δυναμισμό, με φαντασία, με θέληση και πείσμα. Αυτοί κατάφεραν να αναβαθμίσουν το Πλωμάρι και να το κάνουν το χωριό όλης της Ελλάδας.


Πηγές:


Σύνταξη κειμένου: Βασιλική Τριανταφυλλοπούλου
Επιμέλεια κειμένου: Ελευθερία Σακελλαρίου

Πηγή maxmag.gr