Η άγνωστη ιστορία των 42 εκτελεσθέντων από τους ναζί στη Λέσβο

Ο  Δήμος Λέσβου, κάθε τελευταίο Σάββατο Σεπτεμβρίου, διοργανώνει τον επίσημο εορτασμό του τέλους της γερμανικής κατοχής στο νησί με την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων στις 9 προς 10 Σεπτεμβρίου 1944, στα Τσαμάκια.


Η εκδήλωση περιλαμβάνει εδώ και δεκαετίες επιμνημόσυνη δέηση και μια σύντομη ομιλία από εκπρόσωπο της δημοτικής αρχής, παρουσία λίγων δεκάδων Μυτιληνιών.

Στην προσπάθεια αναβάθμισης της εκδήλωσης μετά προτροπή των «Φίλων Ιστορικής Μνήμης και Πολιτιστικής Δημιουργίας» αλλά και την εις βάθος μελέτη του συγγραφέα Γιώργου Γαλέτσα για τους εκτελεσθέντες της Λέσβου στα χρόνια της κατοχής, το Δημοτικό Συμβούλιο αποφάσισε να διοργανώσει για πρώτη φορά αγώνα δρόμου: μια συμβολική διαδρομή, με αφετηρία τη Βίλα Ηλιόπουλου (τότε Γκεστάπο) στη «Σουράδα» και τερματισμό το μνημείο των εκτελεσμένων στα Τσαμάκια. Το Σάββατο 24/9 θα αναπαρασταθεί η διαδρομή που ακολουθούσε αχάραγα η πομπή με τους εκάστοτε μελλοθάνατους.

Με την άφιξη των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής στο νησί, οι μονάδες G.F.P (Μυστική Στρατιωτική Αστυνομία) και η GE.STA.PO (Μυστική Κρατική Αστυνομία), στεγάζονται στο νεοκλασικό Ηλιόπουλου στη «Σουράδα». Το υπόγειο διαμορφώνεται σε κρατητήρια όπου μαρτύρησαν εκατοντάδες παλικάρια του νησιού, εξηγεί στην «Κ» ο Γ. Γαλέτσας. Το ισόγειο χρησιμοποιείται ως γραφεία των αξιωματικών, υπαξιωματικών, διερμηνέων και χώρος ανάκρισης των διαβόητων αυτών υπηρεσιών. Η μεγάλη αίθουσα του ισογείου χρησιμοποιείται και ως χώρος συνεδρίασης του γερμανικού στρατοδικείου. H επιλογή του κτιρίου αυτού στις παρυφές της πόλης δεν είναι τυχαία, εξηγεί ο κ. Γαλέτσας: «Τις προσαγωγές στο κολαστήριο έπρεπε να τις κρύψουν.

 Οι οιμωγές από τα βασανιστήρια έπρεπε να καλυφθούν, γι’ αυτό το άντρο της Γκεστάπο έπρεπε να βρίσκεται εκτός κατοικημένης περιοχής». Στο βιβλίο του «Στο σημάδι» αναφέρει ότι όλες οι εκτελέσεις γίνονταν χαράματα. Η πομπή της εκτέλεσης ξεκινούσε από τις φυλακές ή τη «Σουράδα» με την ακόλουθη διάταξη: Προπορεύεται ο «χάρος», μικρό αυτοκίνητο με αναμμένο λαδοφάναρο, σαν αυτό που βάζουν στους πεθαμένους. Πίσω, το αυτοκίνητο με τους αξιωματικούς φρουράς και εκτέλεσης, η κλούβα με τους μελλοθάνατους και την τετραμελή φρουρά τους και στο τέλος καμιόνι με τη στρατιωτική φρουρά και τη 10μελή ομάδα εκτέλεσης.

Φωτογραφία εκτέλεσης

Oταν η πομπή έφτανε στον χώρο εκτέλεσης, «αν αυτός ήταν τα “Μπλόκια”, για τις τρεις πρώτες εκτελέσεις ο μελλοθάνατος θα δεθεί σε ξύλινο πλαίσιο, που έχει πακτωθεί, θα του φορέσουν κουκούλα και θα εκτελεσθεί από 10μελές απόσπασμα». Μοναδικό ντοκουμέντο είναι η φωτογραφία της εκτέλεσης του Λέσβιου Παναγιώτη Ψάνη που πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Λεσβιακός Κήρυξ» το 1959. Αν ο χώρος εκτέλεσης ήταν τα Τσαμάκια, «οι μελλοθάνατοι δένονται με σχοινί στα πεύκα και αφού τους φορέσουν κουκούλα θα τους εκτελέσουν με ριπές ενός ή δύο οπλοπολυβόλων ανάλογα με τον αριθμό των μελλοθανάτων. Η αυλαία της εκτέλεσης κλείνει με τη χαριστική βολή, που δίνεται σε κάθε παλικάρι από τον αξιωματικό του εκτελεστικού αποσπάσματος».

Το μεγαλύτερο, όμως, «ανοσιούργημα» λέει ο κ. Γαλέτσας, ήταν η «εξαφάνιση» των θυμάτων, «αφού κανένα σώμα εκτελεσμένου (από τους 42 συνολικά) δεν παραδόθηκε για ταφή στους δικούς του ή εδόθη στην εκκλησία!». Μετά την εκτέλεση, «οι δήμιοι έβαζαν τα πτώματα μέσα σε τσουβάλια μαζί με μια μεγάλη πέτρα και αφού τα έδεναν, τα μετέφεραν σε επιταγμένο αλιευτικό και τα πετούσαν στη θάλασσα ανοικτά της Φυκιότρυπας». Κατά τους 40 μήνες γερμανικής κατοχής στο νησί, έγιναν στην περιοχή Τσαμάκια-Μπλόκια 17 επίσημες εκτελέσεις με 42 θύματα.

Ο συγγραφέας δεν σταμάτησε στο «Σημάδι». Οπως αναφέρει ο Παν. Κουτσκουδής, από τους «Φίλους Ιστορικής Μνήμης και Πολιτιστικής Δημιουργίας», ο Γαλέτσας διαπίστωσε ότι «συνολικά 239 αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης έχασαν τη ζωή τους τόσο στο νησί μας όσο και στην ελληνική επικράτεια». Ολοι εκείνοι, προσθέτει, για 70 περίπου χρόνια έμειναν αμνημόνευτοι. Σήμερα, όμως, για κάθε έναν από αυτούς δημοσιοποιούνται για πρώτη φορά συγκεντρωμένα στοιχεία για την πορεία τους προς τον θάνατο, αλλά και τη μεταχείριση που έτυχαν οι ορφανεμένες οικογένειες από τις μετακατοχικές κυβερνήσεις στο τελευταίο βιβλίο του συγγραφέα «Λέσβιοι στην Εθνική Αντίσταση - πορεία προς το θάνατο».


Πηγή kathimerini.gr